Σάββατο, 06 Φεβρουαρίου 2010

"Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ"

Το μονοπάτι ήταν κατηφορικό και δύσβατο.
Περπατούσα όσο πιο αργά μπορούσα, αφήνοντας πνιχτές ανάσες συντροφιά για κάθε βήμα που θα με έφερνε κοντά του.
Ήταν αρκετά χρόνια πριν, τότε που περπάτησα για τελευταία φορά αυτό το μονοπάτι έχοντας στόχο μακρινό και άπιαστο. Ήταν τότε που έφυγα από τον τόπο μου για άλλες πολιτείες. Παρασυρμένος από της νιότης το τρελό μεθύσι, ξεγέλασα τα όνειρα του χωριού και κυνήγησα τις υποσχέσεις της πόλης.
Θυμάμαι ήταν μια ζεστή νύχτα καλοκαιριού όταν ακολούθησα το μπουλούκι που περιόδευε στα γύρω χωριά και πέρασε κι από το δικό μου. Μαγεύτηκα, μέθυσα και ζήλεψα συνάμα. Δίψασα κι εγώ για το νερό των Σειρήνων, αυτό που πίνουν οι ηθοποιοί κι οι κάθε είδους καλλιτέχνες κι έτσι τους ακολούθησα. Δεν είπα αντίο σε κανένα, ούτε στη μάνα μου...Θυμάμαι ακόμη το βλέμμα της τη νύχτα του φευγιού μου όταν, λες κι υποψιασμένη για τις προθέσεις μου, με καληνύχτισε με ένα φιλί βγαλμένο από την ψυχή της. Δεν είπα κουβέντα, πήρα μόνο φεύγοντας την γλυκιά αίσθηση του φιλιού της να με συντροφεύει στο ταξίδι μου…Μάνα , σε κουβαλούσα μαζί μου τόσα χρόνια, πάνω στο σανίδι σε κάθε χωριό και σε κάθε πόλη όπου πήγαινα, σε κάθε ρόλο που έπαιζα. Όμως δεν σου είπα αντίο ποτέ κι αυτό δεν μου το συγχωρώ, πιο πολύ τώρα που σε έχασα…Εκεί στις μεθυσμένες ιστορίες των ηρώων που έπαιζα, στο θεατρικό σανίδι που πατούσα και ονειροβατούσα, σε κάθε πόλη και χωριό, παντού σε κουβαλούσα Μάνα μου. Ποτέ, ούτε ακόμη και σε μια πνιχτή ατάκα που ξεστόμιζε ο ήρωας μου, ούτε και τότε δεν σε ξέχασα.
Ταξίδεψα σε όλα τα μέρη, περπάτησα μονοπάτια και λεωφόρους πάντα με λαχτάρα μεγάλη να κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα. Έζησα τις αγωνίες του καλλιτέχνη, τον πόλεμο που βιώνει μέσα του για να αποδώσει τον χαρακτήρα που καλείται να υποκριθεί. Γέμισα αγάπη και μίσος, χαρά και λύπη, γέλιο και κλάμα, χόρτασα το χειροκρότημα του κοινού αλλά και την απόρριψή του. Τα έζησα όλα αυτά και τώρα γεμάτος εικόνες, συναισθήματα και ρόλους ζωής, επιστρέφω στον τόπο μου…
Και να! Το χωριό μου φάνηκε από την άκρη του δρόμου κάτω στη πλάγια, με τον καπνό από τις καμινάδες των τζακιών να σχηματίζουν μικρά γκρίζα σύννεφα… Άραγε, να είναι ο καπνός η αιτία που δάκρυσαν τα μάτια μου ή μήπως η νοσταλγία για τον τόπο που άφησα πίσω μαζί με την καρδιά μου; Σε λίγο φτάνω στη μεγάλη πλατεία, θα χαιρετίσω τον πλάτανο που στέκεται αιώνες στο κέντρο της και με συντρόφευε στις εξορμήσεις μου από μικρό παιδί… άραγε να με θυμάται ακόμη; Η λαχτάρα μου είναι μεγάλη, αλλά δεν ξέρω…διστάζω, νιώθω τόσο φοβισμένος ξαφνικά… άραγε θα το καταλάβουν; Όχι, πρέπει να φανώ πως είμαι θαρραλέος και πετυχημένος, πως επιστρέφω στο χωριό μου νικητής και άξιος. Προσπαθώ να κάνω το βλέμμα μου αγέρωχο όμως κι εγώ ο ίδιος ξέρω την αποτυχία του εγχειρήματος ήδη. Μάταια, το ξέρω…Όσο καλός υποκριτής είμαι στο σανίδι τόσο αποτυχημένος στη πραγματική ζωή. Σίγουρα θα με καταλάβουν και θα γελάσουν, κάποιοι θα με κοιτάξουν με καχυποψία, κάποιοι με ειρωνεία άλλοι με οίκτο. «Ήθελα να ακολουθήσω το όνειρο, λάθεψα και γυρίζω πίσω μετανοιωμένος…», θα τους πω… Μα όχι, δεν θα το πω, θα με λυπηθούν κι αυτό δεν μου αξίζει! "Έζησα το όνειρό μου!" θα τους πω, αυτή είναι η αλήθεια και γι'αυτό δεν μετανοιώνω! Σουρουπώνει… τι καλά που θα ήταν να μπορούσε να κρυφτεί η δειλή ύπαρξη μου πίσω από το ηλιοβασίλεμα, στις σκιές του σούρουπου, να μη διακρίνει κανείς το τρέμουλό της…Φτάνω στην πλατεία του χωριού μου κοντοστέκομαι, ακουμπώ το χέρι στον πλάτανο και του χαϊδεύω το άγριο ροζιασμένο του κορμό. «Φίλε μου καλέ, μόνο εσύ με περιμένεις και μόνο εσύ με καλοδέχτηκες…», του λέω και σαν να τον ακούω να με καλωσορίζει… Όμως, είναι ο αέρας που θροΐζει στα φύλλα του κι αυτά ανήμπορα να αντισταθούν στο άγγιγμα του, γίνονται ο ήχος του η λαλιά του…άλλη μια φορά ξεγελάστηκα…μα ξάφνου γνώριμες φωνές ακούγονται γύρω μου…
«Καλώς τον Νικόλα! Καλώς όρισες!», μου φωνάζει ο κυρ. Γιώργης που έχει το μπακάλικο στη πλατεία. «Χρόνια και ζαμάνια παλικάρι μου, έλα να σε δω, να σε αγκαλιάσω..», «Γεια σου Νικόλα, καλωσόρισες φίλε!», ο παιδικός μου φίλος με υποδέχεται με μια μεγάλη αγκαλιά. Δακρύζω από έκπληξη και συγκίνηση…Μου φαίνεται απίστευτο! Υπάρχουν άνθρωποι που με αγαπάνε κι υπάρχει ο τόπος μου, είναι οι ρίζες μου που δεν θα με αποβάλλουν ποτέ!
Πόσο λάθος έκανα… Εδώ ανήκω κι εδώ πάντα θα επιστρέφω…σε αυτόν τον τόπο, σ’ αυτή τη γη... στο χωριό μου!

η εικόνα δανεική από εδώ

(μια προσπάθεια βασισμένη στην οπτική γωνία αφήγησης που λέγεται " εσωτερικός μονόλογος")

Δευτέρα, 01 Φεβρουαρίου 2010

"Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ"




















Επίλογος Ι

Η Ιουλία έμεινε πίσω να διαβάζει το γράμμα και να θυμάται.. Είχε πάρει την απόφασή της. Ήταν η σειρά της να κάνει την ανατροπή. Εξάλλου ότι ήταν να χάσει το έχασε... χρόνια, αγάπη, όνειρα. Ήταν πλέον καιρός να ορίσει εκείνη τη ζωή της. Θα έψαχνε να βρει τον Ανδρέα με κάθε τρόπο!


…και να τώρα μετά από τόσο καιρό βρισκόταν στην Αμερική, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, περιμένοντας τον Ανδρέα να έρθει. Αμέσως μετά την αποκάλυψη του Αργυρίου και την παραλαβή του γράμματος, πήρε τις αποφάσεις της. Την επόμενη μέρα κιόλας, άρχισε να ψάχνει τα ίχνη του Ανδρέα. Δεν ήταν κάτι εύκολο, είχαν περάσει ήδη 20 χρόνια από την ημέρα που της είχε στείλει το γράμμα. Έκανε μεγάλη προσπάθεια και στο τέλος κατάφερε να τον εντοπίσει, μίλησαν στο τηλέφωνο , του εξήγησε τι είχε συμβεί και αποφάσισε να πάει κοντά του, εκεί στην Αμερική. Να τον δει έστω για λίγο, απλά να τον αγγίξει, να φιλήσει τα καταγάλανα μάτια του. Αυτά τα μάτια που της έλειψαν τόσο..Το δυνατό χτύπημα της πόρτας την έβγαλε από τις σκέψεις της. «Ήρθε!!» αναφώνησε νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Άνοιξε την πόρτα με λαχτάρα και τον αντίκρισε. Ο ψηλός γκριζομάλλης άνδρας της χαμογέλασε.. « Ανδρέα…» ψιθύρισε εκείνη νιώθοντας την αναπνοή της να κόβεται.. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κι εκείνη, ζώντας γι’ αυτή τη στιγμή τόσα χρόνια, αφέθηκε να παρασυρθεί στα θέλω που δεν γεύτηκε , στις ανάσες που δεν ένιωσε και που τόσα χρόνια λαχταρούσε.. Τι κι αν πλέον δεν ήταν η Ιουλία της νιότης, τι κι αν πλέον δεν ήταν το ανέμελο κορίτσι που έκανε όνειρα, η καρδιά της θυμήθηκε πως κάποτε χτυπούσε μόνο γι αυτόν που τώρα αγκάλιαζε.. τον άνδρα της ζωής της.. τον Ανδρέα της!

Πέρασαν μαζί δύο εβδομάδες. Μίλησαν για όσα λαχταρούσαν να είχαν πει ο ένας στον άλλο, έζησαν σε δύο βδομάδες όσα δεν πρόλαβαν να ζήσουν τον λίγο καιρό που ήταν μαζί. Θυμήθηκαν τα χρόνια της νιότης τους, τα όνειρα που έκαναν και την κατάληξή τους...Τους έδεναν τόσα πολλά μα πιο πολύ τους έδενε η αγάπη που ο χρόνος δεν είχε καταφέρει να σβήσει. Τι και αν πέρασαν τόσα χρόνια, το πάθος του ενός για τον άλλο εξακολουθούσε να υπάρχει κι ήταν ακόμη πιο δυνατό. Η Ιουλία του μίλησε για τον Θόδωρο, για τη ζωή της μαζί του, για το τέλος του. Του είπε για το γράμμα που της έκρυψε, για τον τρόπο που έμαθε την ύπαρξή του και πως έφτασε στα χέρια της. Του μίλησε για τον Αντώνη τον γιο της, χωρίς όμως να του αποκαλύψει την αλήθεια, ότι δηλαδή ήταν δικό του παιδί. Ο Ανδρέας είχε δική του ζωή κι η Ιουλία δεν ήθελε να τον βάλει σε περιπέτειες. Ίσως, κάποια στιγμή, όταν θα το επέτρεπαν οι συνθήκες να αποκάλυπτε την αλήθεια και στους δύο. Εξάλλου, και οι δύο είχαν δικαίωμα να την μάθουν...
Oι μέρες πέρασαν κι ήρθε ο καιρός να αποχωριστεί ο ένας τον άλλο. Εκείνη έπρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα κι εκείνος πίσω στη ζωή του. Η ώρα του αποχαιρετισμού είχε φτάσει. Ο Ανδρέας την συνόδεψε στο αεροδρόμιο. Την ώρα που ανακοινώθηκε η πτήση κοιτάχτηκαν με θλίψη. Τα μάτια τους ήταν βουρκωμένα. Αγκαλιάστηκαν με πάθος και έμειναν έτσι αρκετή ώρα, αφήνοντας τις χιλιάδες σκέψεις να τους συντροφεύουν σε αυτή την πικρή αγκαλιά. Ο Ανδρέας τραβήχτηκε την κοίταξε στα μάτια και χαϊδεύοντας τα μαλλιά της είπε « Δεν θέλω να πιστέψω ότι δεν θα σε ξαναδώ, αυτό δεν πρόκειται να επιτρέψω να ξανασυμβεί., ποτέ πια!» Η Ιουλία τώρα έκλαιγε με λυγμούς, « Ανδρέα, δεν αντέχω να σε ξαναχάσω» του είπε με πόνο. « Ζούσα για αυτή τη στιγμή. Ακόμη και τότε που πίστευα πως όλα είχαν τελειώσει, εγώ ονειρευόμουν να βρεθώ στην αγκαλιά σου» του είπε με λυγμούς. « .. κάποιοι μας το στέρησαν αυτό, αλλά στο χέρι μας είναι να μην το επιτρέψουμε να ξανασυμβεί, όπως και να μη το κάνουμε εμείς να συμβεί!» της απάντησε με σιγουριά. Φιλήθηκαν με πάθος , κοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια, ένα τελευταίο κοίταγμα. Ποιος ξέρει αν θα τα έφερνε έτσι η ζωή ώστε να μην είναι το τελευταίο… « Σ’αγαπώ ..για πάντα» του ψιθύρισε και εκείνος της χάρισε το πιο γλυκό του χαμόγελο «..κι εγώ σ’αγαπώ, πέρα από το πάντα,..» της είπε.. «..μη φύγεις Ιουλία, μείνε…» της είπε.«..Πρέπει..» του απάντησε αφήνοντας την αγκαλιά του. Κοίταξε με λατρεία τα καταγάλανα μάτια του, σαν να ήταν η τελευταία φορά που τα αντίκριζε και γυρνώντας, προχώρησε προς τον έλεγχο διαβατηρίων. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, όλο της το είναι την πρόσταζε να τρέξει στο λιμάνι της, στην αγκαλιά του. Τα δάκρυα κυλούσαν σαν ποτάμι από τα θλιμμένα μάτια της, όμως δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω της. Μόνο ένιωθε το βλέμμα του να την ακολουθεί, μέχρι που χάθηκε πίσω από την πόρτα που οδηγούσε στην επιστροφή... μια επιστροφή που τα πρέπει της όριζαν, όπως έκαναν όλη της τη ζωή...
Μια εικόνα πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό της. Είδε τους δύο τους αγκαλιά εκείνο το ξημέρωμα, λίγη ώρα πριν ο Ανδρέας φύγει το μοιραίο ταξίδι.. «Θα γυρίσω, στο υπόσχομαι,.,» της είχε πει.. Τα μεγάφωνα του αεροδρομίου ανακοίνωσαν την αναχώρηση της πτήσης για Αθήνα.. Σταμάτησε απότομα λίγο πριν την είσοδο στο αεροπλάνο, έκανε μεταβολή κι άρχισε να τρέχει. Τα δάκρυα κυλούσαν, η καρδιά χτυπούσε τόσο δυνατά λες και θα έφευγε από το στήθος της. Έτρεχε πιο γρήγορα τώρα, πίσω σε εκείνον. Δεν άκουγε κανέναν, δεν μπορούσε να την σταματήσει κανείς. Είχε τόσα ακόμη να του πει. Εκτός από την αγάπη τους έδενε κι ένα παιδί. Ο Ανδρέας έπρεπε να το μάθει, το δικαιούταν! Μα κι εκείνη, είχε δώσει μια υπόσχεση στον εαυτό της, να ορίζει πλέον εκείνη τη ζωή της κι έτσι έκανε μόλις τώρα! Γύριζε πίσω σ αυτό που λάτρευε. Δεν θα τον έχανε ποτέ ξανά, το είχε υποσχεθεί στον εαυτό της.

Και ναι.. αυτή ήταν η τελευταία υπόσχεση!




Επίλογος ΙΙ

Η Ιουλία έμεινε πίσω να διαβάζει το γράμμα και να θυμάται.. Είχε πάρει την απόφασή της. Ήταν η σειρά της να κάνει την ανατροπή. Εξάλλου ότι ήταν να χάσει το έχασε, χρόνια, αγάπη, όνειρα. Ήταν πλέον καιρός να ορίσει εκείνη τη ζωή της. Θα έψαχνε να βρει τον Ανδρέα με κάθε τρόπο!


…και να τώρα μετά από τόσο καιρό, βρισκόταν στην Αμερική στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, περιμένοντας τον Ανδρέα να έρθει. Το δυνατό χτύπημα της πόρτας την έβγαλε από τις σκέψεις της. «Ήρθε!!» αναφώνησε νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά τόσο δυνατά που νόμιζε πως θα σπάσει...Mα τα πόδια της δεν την βαστούσαν, ένιωθε αδύναμη να κινηθεί…. "...Περάστε!", είπε με λαχτάρα, περιμένοντας να αντικρύσει το πρόσωπό του. Η πόρτα άνοιξε ...« Αχ κυρία Ιουλία μου θα σας μαλώσω! Δεν έχετε κοιμηθεί ακόμη;;" Η νοσοκόμος πλησίασε και της έτεινε το χέρι. Η Ιουλία την κοίταξε με έκπληξη. " Ο Ανδρέας που είναι; Μου υποσχέθηκε πως θα έρθει, τον περιμένω!" της απάντησε εκείνη με έκπληξη. "...α, μάλιστα…ο Ανδρέας…", είπε η νοσοκόμος κουνώντας το κεφάλι. "Aντε πάλι το ίδιο βιολί..." ψιθύρισε με απογοήτευση. " Ελάτε, θα σας βάλω εγώ στο κρεββάτι σας και υποσχεθείτε μου πως σήμερα θα κοιμηθείτε σαν πουλάκι", της είπε οδηγώντας τη προς το κρεβάτι. "Μα, ο Ανδρέας μου είπε.. ""Ναι, καλά, καλά…ίσως ερθει αύριο, κοιμηθείτε εσείς και βλέπουμε το πρωί, πρώτα ο Θεός...", της απάντησε εκείνη. Η Ιουλία υπάκουσε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της και έπεσε στο μαξιλάρι της αφήνοντας σημάδι, σαν κι αυτό που είχε στη ψυχή της… « μου υποσχέθηκε πως θα έρθει...» ψιθύρισε κι έκλεισε τα μάτια της αφήνοντας έναν αναστεναγμό. « Θα έρθει, μην ανησυχείτε», της είπε η νοσοκόμος βγαίνοντας από το δωμάτιο, χωρίς να περιμένει απάντηση..."Τι κρίμα, για μια υποσχεση που δεν τηρήθηκε να χάνεις τον εαυτό σου..." σκέφτηκε με λύπη η κοπέλα κλείνοντας την πόρτα πίσω της…
"Τι έγινε με την κυρία Ιουλία; πως πάει;" , την ρωτησε μια συνάδελφος που περνούσε στο διάδρομο του ψυχιατρείου… "Περιμένει...", απάντησε εκείνη με πίκρα, "...περιμένει την υπόσχεση που δεν τηρήθηκε ποτέ..!"

ΤΕΛΟΣ

η εικόνα δανεική από εδώ

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

"Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ"



















Κεφάλαιο Τρίτο

"Η αποκάλυψη"

Ο Αργυρίου τον υποδέχθηκε έχοντας ζωγραφισμένη μεγάλη έκπληξη στο πρόσωπό του. «Θόδωρε, σε άκουσα πολύ αναστατωμένο στο τηλέφωνο» του είπε καλωσορίζοντάς τον.. Τι σου συμβαίνει και με ανάγκασες να κατέβω στο γραφείο άρον- άρον Κυριακάτικο; Είναι κάτι σοβαρό;», τον ρώτησε με αγωνία.Ο Θόδωρος τον κοίταξε με απελπισία, «Αυτό συμβαίνει Νίκο! » του είπε δίνοντάς του το γράμμα. «Δεν θα το πιστέψεις, αλλά η ζωή τελικά γράφει την ιστορία του καθενός μας όπως εκείνη θέλει». Ο Αργυρίου τον κοίταξε με έκδηλη απορία. Πήρε το γράμμα το άνοιξε κι άρχισε να διαβάζει. Σύντομα, με το πρώτο λεπτό της ανάγνωσης, τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Κάθισε στην καρέκλα του και συνέχισε την ανάγνωση με ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη. Ο Θόδωρος άναψε τσιγάρο αμίλητος. Ο καπνός έκανε κύκλους πάνω από το κεφάλι του κι ο Θόδωρος θυμήθηκε αυτό που του είχε πει κάποτε ο συγχωρεμένος ο πατέρας του. «Γιέ μου, η ζωή να ξέρεις κάνει κύκλους. Όπως τον καπνό του τσιγάρου. Κοίτα..».. του είχε δείξει φυσώντας τον καπνό, έχοντας σχηματίσει ένα όμικρον με τα χείλη, «..κοίτα τους κύκλους. Κλείνουν κι ανοίγουν και πάλι από την αρχή. Εκεί που λες πως ένας κύκλος έκλεισε, ένας άλλος ανοίγει, ίδιος με τον προηγούμενο». Ο Θόδωρος κοιτούσε με απορία τον πατέρα του, προσπαθώντας να καταλάβει που ήθελε να καταλήξει. «..γιέ μου..» του είχε πει τότε ο πατέρας κοιτώντας τον κατάματα. «…τίποτα στη ζωή δεν κάνει τον κύκλο του, αν δεν έχει κάνει πρώτα τον κύκλο του μέσα μας. Οι κύκλοι της ψυχής είναι αυτοί που δεν κλείνουν ποτέ. Να το θυμάσαι.»…«Μα αυτό είναι τρομερό νέο Θόδωρε»! Η ξαφνική παρέμβαση του Αργυρίου, τον έβγαλε από τις σκέψεις του. «Το ξέρω φίλε μου..», απάντησε εκείνος, «..γι’αυτό και σε κατέβασα άρον- άρον στο γραφείο Κυριακάτικο. Είδες που είχα δίκιο τελικά;» του επεσήμανε δείχνοντας το γράμμα. «Ναι, όντως…», απάντησε εκείνος κουνώντας το κεφάλι… «..τώρα τι κάνουμε; Εγώ πως μπορώ να βοηθήσω; Ποιος είναι ο ρόλος μου σε όλο αυτό;» τον ρώτησε με έκδηλη απορία ο δικηγόρος. «Νίκο, δεν έχω άλλη απάντηση στην απορία σου πέρα από μία. Να κρατήσεις το γράμμα, να συντάξουμε την διαθήκη μου και να μπει όρος ότι αυτό το γράμμα θα περάσει στα χέρια της Ιουλίας, η οποία και θα μάθει για την ύπαρξή του, μετά το θάνατό μου. Είναι απλό. Δεν είμαι διατεθειμένος να την χάσω και δεν θα επιτρέψω να γίνει αυτό, όποιο κι αν είναι το κόστος της πράξης μου!» τόνισε ο Θόδωρος με στόμφο. «Είσαι σίγουρος γι’αυτό που πας να κάνεις Θόδωρε;», τον ρώτησε με αγωνία ο Αργυρίου « Η Ιουλία πρέπει άμεσα να μάθει για την ύπαρξη του γράμματος, εξάλλου σε αυτήν ανήκει! Αυτό που κάνουμε είναι παραβίαση προσωπικών..» «Δεν με ενδιαφέρει τι είναι και πως λέγεται!», ούρλιαξε ο Θόδωρος χωρίς να δέχεται δεύτερη κουβέντα και σηκώθηκε απότομα από τη θέση του. «…αυτό το γράμμα δεν θα το λάβει ποτέ η Ιουλία, παρά μόνο όταν εγώ δεν θα υπάρχω στη ζωή! Δικό της θα είναι και τότε, απλά θα το παραλάβει με κάποια καθυστέρηση. Ελπίζω και εύχομαι μόνο να περάσουν πάρα πολλά χρόνια μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή..» πρόσθεσε με πίκρα. «Όπως θες Θόδωρε..», του απάντησε φοβισμένος ο Αργυρίου, ο οποίος πρώτη φορά τον έβλεπε σε αυτή την κατάσταση. Τον ήξερε χρόνια, αλλά ποτέ δεν τον είχε δει τόσο οργισμένο, τόσο απελπισμένο μα και τόσο αποφασισμένο συνάμα. Ήξερε ότι δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο να του αλλάξει γνώμη.
« Εντάξει φίλε μου, θα γίνει αυτό που θες!» του είπε και άρχισε να συντάσσει την διαθήκη του καλού του φίλου, βάζοντας τον όρο που του είχε θέσει. Να παραλάβει δηλαδή η Ιουλία το γράμμα του Ανδρέα μετά το θάνατο του Θόδωρου.
Εκείνο το Κυριακάτικο απόγευμα, η ζωή έπαιξε ένα ακόμη παιχνίδι στη πλάτη της Ιουλίας. Ένα παιχνίδι από αυτά που λες ότι δεν συμβαίνουν παρά μόνο στις ταινίες. Μόνο που σε αυτή τη ταινία η πρωταγωνίστρια δεν είχε ιδέα για την συμμετοχή της.

Είκοσι χρόνια μετά.

Ο θάνατος του Θόδωρου ήταν ξαφνικός κι απρόσμενος. Τον βρήκε ο γιός του πεσμένο στο πάτωμα του δωματίου του, ξέπνοο και παγωμένο. Ο Αντώνης έβαλε τις φωνές κι η Ιουλία έτρεξε τρομαγμένη να δει τι έχει συμβεί. Εκεί αντίκρισε το πτώμα του Θόδωρου και τον γιο της να κλαίει πάνω του. Ο Αντώνης τον λάτρευε τον Θόδωρο. Δεν είχε ιδέα ότι δεν ήταν ο πραγματικός του πατέρας. Η Ιουλία το είχε κρατήσει μυστικό. Ήταν ένα μυστικό που κανείς από όσους είχαν γνώση του θέματος, δεν θα πρόδιδαν ποτέ. Το θέαμα ήταν τραγικό για εκείνη. Έτρεξε και αγκάλιασε το γιό της και έκλαψαν μαζί . Ο καθένας για δικό του, διαφορετικό λόγο. Ο Αντώνης για το χαμό του ανθρώπου που νόμιζε πατέρα του κι η Ιουλία για το χαμό του ανθρώπου που ήταν στήριγμά τους τόσα χρόνια, για τον άνθρωπο που δέχθηκε να είναι δίπλα της και να μοιραστεί τη ζωή του με μια σκιά, με μια γυναίκα που δεν ήταν και δεν έγινε ποτέ δική του...Η Ιουλία έμεινε μόνη.. Εξάλλου ο Αντώνης, o γιος της, δεν έμενε μαζί της. Ζούσε και δούλευε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί είχε σπουδάσει, είχε δημιουργήσει το δικό του κύκλο, είχε τη δική του επιχείρηση. Δεν πέρασε πολύς καιρός από το χαμό του Θόδωρου όταν η Ιουλία δέχτηκε το τηλεφώνημα του Αργυρίου. «Ιουλία..», της είπε στο τηλέφωνο., «..πρέπει να σε δω. Έχω κάτι δικό σου που πρέπει να σου παραδώσω, φρόντισε μόνο να μην είναι μπροστά κανείς..» της τόνισε. «..Δικό μου; Τι έχεις εσύ δικό μου που δεν πρέπει να το γνωρίζει κανείς; Νίκο τι είναι αυτά που λες; Δεν σε καταλαβαίνω..!» , του απάντησε έκπληκτη. «..Θα τα πούμε σε μισή ώρα από κοντά.» , της είπε και έκλεισε το τηλέφωνο πριν προλάβει εκείνη να καταλάβει τι συμβαίνει. Η Ιουλία έμεινε να κοιτάει το ακουστικό απορημένη. «.. Μα τι περίεργα πράγματα είναι αυτά.!», μονολόγησε..
Τι ήταν αυτό το τόσο σημαντικό που ήθελε να της πει, αναρωτιόταν όση ώρα περίμενε την επίσκεψή του. Ξαφνικά το κουδούνι χτύπησε.
Άνοιξε την πόρτα με αγωνία και αντίκρισε τον Αργυρίου αναστατωμένο. «Τι συμβαίνει Νίκο; Τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό που έχεις να μου πεις;» τον ρώτησε με ανυπομονησία.
«Ιουλία..» της απάντησε, «…θέλω να καθίσεις πρώτα και να με ακούσεις με προσοχή…» , τα μάτια του ήταν κατακόκκινα, η φωνή του αναστατωμένη.
«..τι συμβαίνει; Είναι κάτι που αφορά το παιδί ή μήπως τον Θόδωρο;», τον ρώτησε με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της « Αφορά και τους τρείς σας, μα πιο πολύ εσένα!» της απάντησε εκείνος.«Εμένα; Πες μου σε παρακαλώ γιατί θα με τρελάνεις! Τι συμβαίνει;»
Ο Αργυρίου έβγαλε από την τσέπη του το γράμμα και της το παρέδωσε «αυτό συμβαίνει, μόνο που έπρεπε να το είχες στα χέρια σου είκοσι χρόνια πριν..» της είπε δίνοντάς της το γράμμα του Ανδρέα. Η Ιουλία με μεγάλη έκπληξη πήρε το γράμμα στα χέρια της και το άνοιξε με μεγάλο χτυποκάρδι. Άρχισε να διαβάζει με αγωνία ζωγραφισμένη στα μεγάλα θλιμμένα μάτια της. Στο πρώτο λεπτό της ανάγνωσης αυτά τα μάτια έβγαλαν φωτιές.. Ο Αργυρίου παρατηρούσε τις εκφράσεις της έντρομος, σαν να περίμενε τη μεγάλη έκρηξη που θα ακολουθούσε σηκώθηκε και της είπε έντονα. « Ιουλία, θέλω να με καταλάβεις, δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο από το να δεχθώ το θέλημα του Θόδωρου και να συντάξω τον όρο που μου έθεσε και αφορούσε αυτό το γράμμα. Πίστεψέ με ότι προσπάθησα να τον μεταπείσω, του μίλησα, αλλά εκείνος δεν άλλαζε απόφαση. Λυπάμαι, ότι κι αν πεις έχεις δίκιο..» της είπε χαμηλώνοντας το βλέμμα . «…Φύγε Νίκο, φύγε…» του είπε σε τόνο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. « Ιουλία, θέλω να με καταλάβεις!» της είπε εκείνος, «.. θέλω να με πιστέψεις, εγώ δεν…» «Εσύ, δεν, ο Θόδωρος δεν, η μάνα μου δεν, κανείς δεν!» τον διέκοψε οργισμένη,
«…κι όμως όλοι εσείς αλλάξατε με δικές σας αποφάσεις τη ροή της δικής μου ζωής κι όλα αυτά εν’ αγνοία μου! Όλοι αποφασίσατε για το καλό μου, για το σωστό , για το δίκαιο!. Από σήμερα αποφασίζω εγώ για μένα. Το χρωστώ στον εαυτό μου και στα όνειρά μου! Φύγε σε παρακαλώ!» Ο Αργυρίου σηκώθηκε βιαστικός και κατευθύνθηκε με σκυμμένο κεφάλι προς την έξοδο που του έδειχνε ήδη η Ιουλία. Έκλεισε τη πόρτα πίσω του βγάζοντας έναν αναστεναγμό, αλλά το βάρος που αισθανόταν μέσα του δεν έφυγε, ίσα -ίσα που τώρα είχε την αίσθηση ότι θα έμενε για πάντα εκεί για να του θυμίζει το λάθος του...


Επίλογος

Αυτόν θα τον επιλέξετε εσείς φίλοι αναγνώστες. Σας αφήνω να αποφασίσετε εσείς ποιό θα πρέπει κατά τη γνώμη σας να είναι το τέλος αυτής της ιστορίας.


η εικόνα δανεική από εδώ

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

"Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ"





















Κεφάλαιο Δεύτερο


"Ο συμβιβασμός κι η ανατροπή "


Εκείνη έμεινε πίσω ζωντανή-νεκρή να υποφέρει και ν'αναρωτιέται. Γιατί η μοίρα της έπαιξε τέτοιο παιχνίδι; Γιατί την τιμώρησε με αυτό τον τρόπο; Μήπως ζήτησε πολλά από την ζωή και η τιμωρία της ήταν να χάσει τον άνθρωπο που αγάπησε με όλο της το είναι; Αναπάντητα ερωτήματα που στοίχειωσαν την ύπαρξή της. Ένας εφιάλτης ήταν η καθημερινή της παρέα. Ερχόταν κάθε βράδυ στα όνειρά της και τα κυρίευε. Έβλεπε τον Ανδρέα καμένο, με ανοιχτές πληγές σε όλο του το κορμί να ουρλιάζει και να της ζητά να τον βοηθήσει. Έτρεχε κοντά του και μόλις ήταν ένα βήμα πριν να τον πλησιάσει, εκείνος βούλιαζε στα μαύρα νερά του ωκεανού. Χανόταν στην άβυσσο κι εκείνη ανήμπορη να κάνει οτιδήποτε παρακολουθούσε, σαν ακούσιος θεατής σε ένα δράμα. Ξυπνούσε τρομαγμένη, κλαίγοντας και φωνάζοντας το όνομά του. Κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο και κάθε φορά ο πόνος μεγάλωνε, ώσπου έγινε αβάσταχτος. Της κυρίευσε τη ψυχή και της κατέκτησε το σώμα. Οι λιποθυμίες την επισκέπτονταν τακτικά , σχεδόν κάθε ημέρα. Η μητέρα της δεν άντεχε να την βλέπει σε αυτή τη κατάσταση. Πριν φτάσει στο απροχώρητο την σήκωσε με το ζόρι και την πήγε στο γιατρό. Έγιναν οι απαραίτητες εξετάσεις που όμως δεν έδειξαν κάποιο πρόβλημα υγείας, πέρα από το σοκ που ήδη περνούσε. «Έχετε περάσει και περνάτε ισχυρό κλονισμό!» της είπε ο γιατρός κοιτώντας την με οίκτο, «..όμως στη κατάστασή σας δεν πρέπει να συνεχιστεί αυτό. Πρέπει να προσέχετε, να ηρεμήσετε και να ξεκουραστείτε. Ότι κι αν είναι αυτό που σας έφερε σε αυτό το σημείο πρέπει να το αποβάλλετε, αλλιώς – λυπάμαι - αλλά θα χάσετε το παιδί!», της είπε με στόμφο. Μητέρα και κόρη κοιτάχτηκαν με τρομερή έκπληξη.. « παιδί; ποιό παιδί;» ρώτησε με μεγάλη έκπληξη η Ιουλία.. «..μα αυτό που κυοφορείτε!» απάντησε ο γιατρός απορώντας για την αντίδρασή της... «Είστε έγκυος!»

Ο γιος του Ανδρέα και της Ιουλίας γεννήθηκε πρόωρα. Ο γιατρός είπε ότι ήταν τόσο δυνατό το σοκ που πέρασε η Ιουλία, που μόνο απρόσμενο δεν ήταν αυτό. Αντιθέτως ήταν επιστημονικά αποδεδειγμένο σε χιλιάδες παρόμοιες περιπτώσεις. Η οικογένειά της αποφάσισε να την παντρέψει άμεσα. Ο φόβος της μητέρας πως ο κοινωνικός περίγυρος θα τους έβαζε στο στόχαστρο, ήταν μεγαλύτερος από τα "θέλω" της Ιουλίας. Ήταν βλέπεις μεγάλη η ντροπή για εκείνη την εποχή να είναι μία κοπέλα ανύπαντρη μητέρα. Δύο λύσεις είχαν, ή να δώσουν το παιδί για υιοθεσία ή να βρουν επειγόντως γαμπρό για την Ιουλία. Η πρώτη λύση απορρίφθηκε πριν καν εξεταστεί λεπτομερώς. Η Ιουλία δεν θα άντεχε και δεύτερο σοκ, μετά το χαμό του Ανδρέα να χάσει το μόνο πράγμα που της είχε απομείνει από αυτόν... το παιδί του. Οπότε αναγκάστηκαν να προχωρήσουν στην δεύτερη λύση. Έπρεπε να βρεθεί επειγόντως γαμπρός. Η αδελφή της μητέρας της ανέλαβε να μεσολαβήσει για το προξενιό. Είχε υπόψη της έναν εξαιρετικό κύριο, έμπορο υφασμάτων που διατηρούσε κατάστημα στο κέντρο της Αθήνας. Χωρισμένο από τον πρώτο του γάμο, αρκετά μεγαλύτερο σε ηλικία από την Ιουλία. Εκείνη ήταν 21 κι εκείνος 45, όμως είχε όλα τα προσόντα να γίνει σωστός σύζυγος στο πλάι της. Εξάλλου, στη δύσκολη θέση που βρέθηκαν σαν οικογένεια εξαιτίας της Ιουλίας, δεν είχαν και πολλές απαιτήσεις αρκεί κάποιος να τους έβγαζε από το «βάλτο της ντροπής», όπως τον αποκαλούσαν η μητέρα και η θεία της… αυτός ο "κάποιος" ήταν ο Θόδωρος. Το προξενιό έγινε εν’ ριπή οφθαλμού και σε ένα μήνα ήταν ήδη παντρεμένη. Εκείνος ένας άγνωστος που όμως είχε την "μεγαλοσύνη", όπως έλεγε η μητέρα της, να δεχθεί να παντρευτεί μια ανύπαντρη μητέρα και να υιοθετήσει το νόθο της παιδί. «Ο Θεός μας τον έστειλε», έλεγε συχνά η μητέρα της, «…άγιος άνθρωπος ο Θόδωρος!» Όμως για την Ιουλία ήταν ένας ξένος. Δεν τον ήξερε και δεν ήθελε να τον μάθει, δεν μπορούσε και δεν ήθελε να τον αγαπήσει. Απλά του χρωστούσε χάρη, γι’ αυτό έμεινε μαζί του και ας μη τον ήθελε δίπλα της. Έπρεπε να το κάνει για χάρη του παιδιού της που δεν έφταιγε σε τίποτα να ζει χωρίς πατέρα. Έτσι αποδέχθηκε τα σχέδια της μητέρας της και μπήκε για τα καλά στο πετσί του ρόλου της, αυτόν της ευτυχισμένης συζύγου. Ήξερε πολύ καλά πως στα μάτια των γνωστών και των συγγενών έτσι έπρεπε να φαίνεται κι αυτό έκανε. Η καρδιά της όμως χτυπούσε για τον Ανδρέα. Τον Ανδρέα που λάτρεψε και έχασε χωρίς να προλάβει να τον ζήσει. Σε αυτόν είχε χαρίσει τη ζωή της, τα όνειρά της, την ευτυχία της. Όλα όσα λαχταρούσε να ζήσει χάθηκαν για πάντα μαζί με εκείνον και δεν ήθελε πλέον να τα ζήσει με κανέναν άλλον. Tα χρόνια πέρασαν. Η προσμονή ακολούθησε την λήθη. Δεν περίμενε πλέον καμία επιστροφή, δεν ήλπιζε πλέον σε καμία αντάμωση. Οι αναμνήσεις, τα θέλω, η λαχτάρα, τα συναισθήματα, ότι την έδενε μαζί του, κλειδώθηκαν σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο του μυαλού της κι εκεί έμειναν να μαραζώνουν. Στην απομόνωση. Σαν εγκληματίες που λαχταρούσαν κάποιος να ανοίξει τη βαριά πόρτα του κελιού τους και να κλέψουν λίγο από το φως του ήλιου.
«..Μου υποσχέθηκες ότι θα γυρίσεις, αλλά δεν γύρισες ποτέ!», μονολογούσε η Ιουλία κάθε φορά που ερχόταν η τραγική αυτή η ημερομηνία, η μέρα του χαμού του, όταν πήγαινε κρυφά από όλους εκεί που τον γνώρισε και καθισμένη στο παγκάκι που είχαν χαράξει τα αρχικά τους, αναπολούσε τις όμορφες στιγμές. Κανείς δεν ήξερε τίποτα γι αυτό το μέρος, ούτε για την ιεροτελεστία που το στιγμάτιζε. Ήταν κάτι δικό της που το έκανε κρυφά κάθε χρόνο. Ήταν ο κρίκος στη αλυσίδα που την έδενε μαζί του, με την θύμησή του, με τις αναμνήσεις της. Για εκείνη ήταν ακόμη ζωντανός και θα ήταν μέχρι την τελευταία της πνοή, τίποτα και κανένας δεν θα μπορούσε ποτέ να τον αντικαταστήσει.
Έτσι πέρασαν είκοσι ολόκληρα χρόνια, τα χρόνια του συμβιβασμού και της λήθης όπως τα αποκαλούσε η Ιουλία, ώσπου μια μέρα ένα γράμμα έφτασε στο σπίτι. Ένα γράμμα που έμελλε να ανατρέψει τα πάντα σε μια στιγμή. Το παρέλαβε ο Θόδωρος και παρόλο που έγραφε το όνομά της Ιουλίας, εκείνος το άνοιξε βρίσκοντας ευκαιρία την απουσία της. Κάτι του έλεγε ότι αυτό το γράμμα δεν θα ήταν για καλό, δικό του τουλάχιστον. Το άνοιξε και άρχισε να διαβάζει..

« Αγαπημένη μου Ιουλία,

Ξέρω ότι θα εκπλαγείς διαβάζοντας τον αποστολέα, βλέπεις τα φαντάσματα δεν στέλνουν γράμματα. Το φάντασμα που πιστεύεις όμως ζει και βασιλεύει όχι μόνο στις σκέψεις και στα όνειρά σου, αλλά στην πραγματικότητα. Μπορεί να μη βρίσκεται δίπλα σου, μπορεί να μην είναι κοντά σου, είναι όμως μαζί σου. Είμαι ο Ανδρέας, αυτός που πίστεψες ότι έχασες για πάντα. Αυτός που έκλαψες νομίζοντάς τον νεκρό. Αυτός που πίστεψες ότι πλέον δεν ζει. Ζω και βρίσκομαι στην Αμερική. Θα απορείς φυσικά γιατί εμφανίστηκα μετά από τόσα χρόνια. Θα σου εξηγήσω. Μετά τη έκρηξη έχασα τις αισθήσεις μου, βρέθηκα σε κάποιο νοσοκομείο της Ν. Υόρκης σε κωματώδη κατάσταση. Οι γιατροί δεν έδιναν περιθώρια για ελπίδα. Έκαναν ότι μπορούσαν να με σώσουν. Είχα πολλαπλά τραύματα και ένα ειδικά στο κεφάλι που παραλίγο να μου στοιχίσει τη ζωή. Ένα θραύσμα που αποκολλήθηκε από την έκρηξη στο μηχανοστάσιο είχε τρυπήσει το κρανίο και είχε προκαλέσει εσωτερική αιμορραγία. Οι προσπάθειες των γιατρών να με σώσουν ήταν τιτάνιες. Μετά από πολύωρη εγχείριση έπεσα σε κώμα για μήνες. Συνήλθα μετά από πάρα πολύ καιρό, όταν ξύπνησα δεν θυμόμουν τίποτα , ούτε ποιος είμαι ούτε το παρελθόν μου. Με έστειλαν σε κάποιο ίδρυμα αποκατάστασης όπου και παρέμεινα δύο χρόνια. Έκανα πολλαπλές φυσιοθεραπείες με τη βοήθεια των ειδικών οι οποίοι προσπαθούσαν να επαναφέρουν την μνήμη μου, όμως αυτό δεν ήταν εφικτό. Ήμουν λοιπόν ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν, χωρίς μνήμη, χωρίς ταυτότητα. Δεν είχα τίποτα, πέρα από την γνώση πως μετά την έκρηξη το κύμα με ξέβρασε αναίσθητο σε κάποια ακτή της Αμερικής κι εκεί με βρήκαν κάποιοι ψαράδες όπου και με πήγαν στο νοσοκομείο. Έτσι μου είπαν...
Τα χρόνια πέρασαν από νοσοκομείο σε νοσοκομείο και από ίδρυμα σε ίδρυμα. Ώσπου μια μέρα ξαφνικά έγινε ένα "κλικ" στο μυαλό μου και επανήλθαν όλα. Θυμήθηκα τα πάντα! Οι γιατροί είπαν ότι συμβαίνει σε λίγες περιπτώσεις αυτό, αλλά δεν είναι σπάνιο. Ξέρεις ποιά ήταν η πρώτη μου ανάμνηση από το χαμένο παρελθόν μου; Εσύ! Ναι εσύ Ιουλία! Πώς θα μπορούσα να σε ξεχάσω, πώς; Αφού ακόμη και την ώρα που χανόμουν μεταξύ ζωής και θανάτου, τότε που δεν ήξερα αν θα πέρναγα στην άλλη πλευρά ακόμη και τότε, εσύ ήσουν στη σκέψη μου. Ιουλία μου, συγχώρεσέ με για όλα. Ξέρω ότι ίσως σε αναστατώνω με όλα αυτά. Το πιο πιθανό είναι να έχεις φτιάξει τη ζωή σου, να έχεις οικογένεια , παιδιά και όλα όσα ζήσαμε να ανήκουν πλέον στο μακρινό παρελθόν. Όμως σε παρακαλώ, δώσε μου μια ευκαιρία να σε δω, να σου τα εξηγήσω όλα με λεπτομέρειες, να σου μιλήσω κι ας είναι η τελευταία φορά. Την διεύθυνσή μου την έχεις, καθώς και το τηλέφωνό μου στην Αμερική. Εδώ ζω πλέον και εργάζομαι. Εδώ έχω φτιάξει μια νέα ζωή. Όταν αποφασίσεις στείλε μου την απάντησή σου, τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε να με κάνει πιο χαρούμενο από το να μάθω ότι δεν με ξέχασες, ότι για σένα υπάρχω ακόμη ότι δεν είμαι σκιά του παρελθόντος. Δώσε μου αυτή την ευκαιρία και ας είναι η τελευταία.
Θα περιμένω απάντησή σου, αν δεν έρθει θα καταλάβω ότι πλέον δεν είμαι στους ζωντανούς για σένα. Θα το δεχτώ όπως και να’ χει..»

Με αγάπη

Ανδρέας.

Ο Θόδωρος είχε γίνει κατακόκκινος, μπορούσε να το καταλάβει γιατί ένιωθε ότι έκαιγε ολόκληρος και το κεφάλι του βούιζε λες και είχε σκάσει βόμβα δίπλα του. Ένιωθε ότι περπατούσε σε ναρκοπέδιο κι ότι από στιγμή σε στιγμή θα πατούσε μια νάρκη και θα διασκορπίζονταν τα κομμάτια του σε όλο το σπίτι. Ό πόνος του ήταν μεγάλος κι ο πανικός της αποκάλυψης τρομερός. Ένιωθε ότι ήταν πρωταγωνιστής μιας αρχαίας τραγωδίας.. « Ώστε ο Ανδρέας ζει!», μονολόγησε με απελπισία ..Όχι, αυτό δεν έπρεπε να το μάθει η Ιουλία. Θα την έχανε το ήξερε. Ποτέ του δεν την είχε στην ουσία, όμως σαν φυσική παρουσία στη ζωή του ήταν απαραίτητη και πάντα ήταν εκεί, δίπλα του. Αν μάθαινε για την ύπαρξη του γράμματος θα έφευγε για πάντα. Θα πήγαινε σε αυτόν κι ο Θόδωρος θα έμενε μόνος...κι αυτό ήταν κάτι που δεν θα το άντεχε! Όχι, δεν θα επέτρεπε να συμβεί αυτό! Δεν ήταν δυνατό να την χάσει...αυτό δεν θα γινόταν ποτέ, όχι τουλάχιστον όσο αυτός βρισκόταν στη ζωή. Δίπλωσε το γράμμα, το έβαλε στο φάκελο και το έκρυψε στην εσωτερική τσέπη του παλτού του. Ήξερε τι θα έκανε. Θα πήγαινε στο δικηγόρο του.

Μόλις είχε σκεφτεί κάτι που θα τον έβγαζε από την δύσκολη θέση...


συνεχίζεται...


η εικόνα δανεική από εδώ

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

"Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ"



















Κεφάλαιο Πρώτο

"Το κέρδος και η απώλεια"

Η αστραπή και η βροντή που ακολούθησε την έκαναν να ξεφύγει από τις σκέψεις της. Πήγε κοντά στο παράθυρο. Έξω το τοπίο ήταν ειδυλλιακό. Οι κατάφυτες πλαγιές του βουνού ήταν σκεπασμένες με πυκνή ομίχλη που με δυσκολία ξεχώριζαν οι κορυφογραμμές του. Ο γκρίζος ουρανός είχε πάρει ένα περίεργο χρώμα, που μόνο αν ήσουν ζωγράφος θα μπορούσες να το αποτυπώσεις στον καμβά. Η βροχή άρχισε να γίνεται πιο δυνατή. Μπορούσε να διακρίνει τα ρυάκια που σχηματίζονταν, κατέβαιναν με ορμή από το βουνό και κατέληγαν στον ειδυλλιακό κόλπο που απλωνόταν μπροστά στο παράθυρό της..
Πως βρέθηκε σε αυτόν τον ξένο τόπο, σε μια τόσο μακρινή χώρα ούτε κι αυτή δεν κατάλαβε .. Η ζωή της ήταν γεμάτη ανατροπές και μια από αυτές βρισκόταν τώρα μπροστά στο παράθυρο του ξενοδοχείου. Αυτό το ειδυλλιακό βροχερό τοπίο που θαύμαζε τόση ώρα άνηκε στην Αμερική όπου οι ανατροπές της ζωής της την οδήγησαν κι εκείνη μην έχοντας πλέον άλλες αντιστάσεις, τις καλοδέχθηκε σαν να ήταν μακρινοί αγαπημένοι συγγενείς.
Έτσι καρδιοχτυπούσε να καλοδεχθεί κι αυτόν που περίμενε πάντα την επιστροφή του. Έφτασε έως εδώ για να τον δει, να τον αντικρύσει μετά από τόσα χρόνια που θρηνούσε τον χαμό του. Κάποτε της είχε υποσχεθεί ότι θα επιστρέψει σύντομα κοντά της. Μια υπόσχεση που δεν τηρήθηκε, όχι από δικό του φταίξιμο, αλλά της μοίρας.. Έτσι και τώρα, μετά από είκοσι χρόνια, της έδωσε άλλη μία υπόσχεση, ότι θα ερχόταν να την δει, ότι ήθελε, λαχταρούσε...όμως ακόμη δεν είχε φανεί.. Ένα ρίγος την διαπέρασε στη σκέψη ότι μπορούσε να είναι και αυτή μια υπόσχεση που δεν έμελλε να τηρηθεί.
«Όχι, αποκλείεται!» ψιθύρισε, «…εκείνο το γράμμα έμελλε να είναι ο δρόμος της αντάμωσης..» , πρόσθεσε θέλοντας να πείσει τον εαυτό της γι’αυτό. Μετά από αυτό επικοινώνησαν, είπαν όσα δεν είχαν ειπωθεί χρόνια τώρα, όσα τους στέρησαν οι συγκυρίες. Ο Ανδρέας την περίμενε, γι’αυτό ήταν εκεί. «..είμαι σίγουρη ότι θα έρθει, δεν πρόκειται να τον ξαναχάσω ποτέ πια!» είπε με αποφασιστικότητα.
Κοίταξε τον όμορφο κόλπο. Είχε το γκρίζο χρώμα του ουρανού. H θάλασσα αγριεμένη σαν τις σκέψεις της που χτυπούσαν με ορμή τους διαδρόμους του μυαλού της, όπως η τρικυμία ξεσπάει το μένος της πάνω στα βράχια.. Το βλέμμα της χάθηκε βαθειά, μέσα στο πέλαγος που δεν είχε τέλος, δεν είχε αρχή..σαν ένα ταξίδι δίχως επιστροφή..σαν αυτό το ταξίδι που έφυγε εκείνος και δεν γύρισε..
Οι αναμνήσεις ξαναγύρισαν όπως κάθε φορά, αφού μέσα στη καρδιά της πάντα έβρισκαν τόπο να φιλοξενηθούν κι η δική της καρδιά ήταν πάντα το καλύτερο μέρος να ξαποστάσουν. Έτσι ήρθαν και τώρα, βρήκαν την πόρτα της ψυχής ανοιχτή κι ένα ζεστό μέρος να φωλιάσουν….Θυμόταν…

Ήταν μόλις 18 χρονών, πάνω στην νιότη. Είχε ορμή και πάθος μέσα της. Ήθελε να ζήσει να γευτεί να χαρεί. Ήθελε να νιώσει, να πάρει και να δώσει. Στη μικρή γειτονιά που ζούσε η Ιουλία , δεν υπήρχαν πολλές ευκαιρίες για όλα αυτά. Ήταν μοναχοπαίδι και μετά το θάνατο του πατέρα της, εκείνη πλέον ήταν υπεύθυνη για την οικογένεια. Η μητέρα της είχε χρόνιο πρόβλημα υγείας που την ανάγκαζε να μη μπορεί να εργαστεί, οπότε το βάρος έπεσε όλο στους ντελικάτους ώμους της . Οι ελπίδες όμως για καλύτερη ζωή, για μόρφωση δεν εξανεμίστηκαν. Συνέχισε να προσπαθεί για το μέλλον της δουλεύοντας το πρωί και διαβάζοντας το βράδυ. Μόνο αυτό είχε στο μυαλό της μέχρι που ήρθε εκείνος κι όλα άλλαξαν μεμιάς. Ο Ανδρέας ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερος. Μόλις είχε έρθει με την οικογένειά του από την επαρχία και εγκαταστάθηκαν στο απέναντι από το δικό της σπίτι. Μοναχογιός μιας όχι ευκατάστατης οικογένειας-άλλωστε εκείνα τα χρόνια οι ευκατάστατες οικογένειες ήταν ελάχιστες και ζούσαν σε αριστοκρατικές συνοικίες- με γονείς βιοπαλαιστές που όμως λάτρευαν το παιδί τους και έκαναν γι'αυτόν τα πάντα. Εκείνος είχε τελειώσει την Σχολή Δοκίμων Ναυτικού και το όνειρό του ήταν να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, να γνωρίσει όλη τη γη αν ήταν δυνατό. Αγαπούσε τη θάλασσα κι είχε όνειρό του να ταξιδέψει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της.
Η Ιουλία τον αγάπησε βαθειά , το ίδιο κι εκείνος. Παρόλο που η αγάπη αυτή δεν ήταν στα σχέδιά της – ποτέ δεν είναι άλλωστε, η αγάπη δεν προγραμματίζεται και δεν κλείνει ραντεβού- εντούτοις ήθελε να την ζήσει με όλο της το είναι.. κι αυτό έκανε. Πέρασαν τρία χρόνια μαζί, ταίριαζαν απόλυτα και ήταν κι οι δύο πολύ ευτυχισμένοι. Ο Ανδρέας ήταν άψογος μαζί της. Την λάτρευε και της το έδειχνε με κάθε τρόπο. Η Ιουλία όμως φοβόταν. Κάπου βαθειά μέσα της την κυρίευε ένα περίεργο συναίσθημα, κάτι σαν φόβος και απελπισία μαζί. Δεν μπορούσε κι η ίδια να το εξηγήσει. Ήταν ένα συναίσθημα μπερδεμένο και η ύπαρξή του ήταν τελείως αδικαιολόγητη για εκείνη. Μέχρι που κάποια στιγμή ο Ανδρέας της ζήτησε να παντρευτούν. Η χαρά της ήταν μεγάλη και δέχτηκε αμέσως φυσικά. Έτσι λοιπόν εκείνη ανακοίνωσε στη μητέρα της το χαρμόσυνο νέο. Ενώ ήταν έτοιμη να ξεκινήσει τις ετοιμασίες , ήρθε μια πρόταση στον Ανδρέα για ένα ταξίδι το οποίο θα τους απέφερε πολλά χρήματα. Αυτό ήταν το καλό νέο, το κακό ήταν ότι θα έπρεπε να λείψει για δύο χρόνια. Στην Ιουλία δεν άρεσε καθόλου αυτό . Εκείνος όμως είχε ήδη αποδεχθεί την πρόταση και της την ανακοίνωσε δίχως να δέχεται αντίρρηση. Τι θα μπορούσε να κάνει εκείνη , πέρα από το να το αποδεχθεί και να τον στηρίξει ως όφειλε; Έτσι κι έγινε. Τα σχέδια και οι προετοιμασίες για τον γάμο αναβλήθηκαν και ο Ανδρέας έφυγε για το μεγάλο ταξίδι το οποίο όμως έμελλε να είναι το τελευταίο του. Εκείνο το ξημέρωμα έμελλε να είναι το τελευταίο που θα περνούσαν μαζί. Η Ιουλία το ένιωθε, μιας κι εκείνο το περίεργο συναίσθημα του φόβου και της απελπισίας είχε πλέον βγει στην επιφάνεια, την είχε κυριεύσει και δεν μπορούσε πλέον να το ελέγξει. Δεν του είπε τίποτα γι αυτό. Απλά τον αγκάλιασε, τον φίλησε και κοιτώντας τον στα μάτια – γαλάζια φωτεινά και τρικυμιώδη σαν την θάλασσα που τόσο αγαπούσε- του είπε « Θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα γυρίσεις, μόνο αυτό!» Εκείνος την κοίταξε με έκπληξη, πρώτη φορά έβλεπε στα μάτια της τέτοιο φόβο. « Τι είναι αυτά που λες; Εννοείται πως θα γυρίσω! Κι όταν γυρίσω θα παντρευτούμε και θα ζήσουμε για πάντα μαζί , στο υπόσχομαι..» Αυτή ήταν η τελευταία κουβέντα που άκουσε από εκείνον. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδε τα γαλάζια του μάτια, που άκουσε την βαθειά φωνή του, που ένιωσε τα χείλη του στα δικά της…. Αυτή ήταν η τελευταία υπόσχεση. Ο Ανδρέας δεν γύρισε ποτέ...

Εκείνη τη μοιραία νύχτα τα μαύρα νερά του Ατλαντικού τον πήραν για πάντα. Ο Ανδρέας είχε χαθεί. Αυτό της ανακοίνωσαν από την εταιρεία. Οι εξηγήσεις για το "συμβάν"- όπως αποκάλεσε την καταστροφή η εταιρεία- ήταν λακωνικές. Μια τυπική επιστολή ήταν αυτή που έγραφε το φινάλε της κοινής τους ζωής. Ήταν λίγο πριν λήξει η βάρδιά του, όταν έγινε η έκρηξη. Το μηχανοστάσιο τυλίχτηκε στις φλόγες. Πανικός επικράτησε το πλοίο που έπλεε καταμεσής του Ατλαντικού. Αμέσως το πλοίο τυλίχτηκε στις φλόγες και οι βάρκες διάσωσης έπεσαν στην αγριεμένη θάλασσα, μαζί με κάποιους που ήταν οι τυχεροί. Τους περισυνέλεξε ένα σωστικό της Αμερικανικής ακτοφυλακής. Σώθηκαν όλοι, εκτός από τον Ανδρέα και τον τρίτο μηχανικό. Τα πτώματά τους δεν βρέθηκαν ποτέ. Τα πήρε μαζί του το καρβουνιασμένο κουφάρι του πλοίου στον πάτο του ωκεανού.

Μαζί του πήρε τα όνειρα, τις ελπίδες, τη ζωή της ολόκληρη. Τουλάχιστον, έτσι πίστευε τότε...

συνεχίζεται...

η εικόνα δανεική από εδώ

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

"ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΪΤΗ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ...I SEE DEAD PEOPLE!"


Στην Αιτή, μετά το τραγικό γεγονός του σεισμού, η ανθρώπινη ζωή δεν έχει πλέον νόημα. Άνθρωποι στοιβαγμένοι σε κατεστραμμένα καταλύματα, σε «δείγματα» νοσοκομείων. Λεηλασίες, βιασμοί, πλιάτσικο, καταστροφή. Παιδιά στους δρόμους, μόνα και αβοήθητα στο έλεος του κάθε εγκληματία, με απορία και φόβο στα ματάκια τους να περιμένουν εξηγήσεις. Να ψάχνουν να βρουν τους γονείς, τους συγγενείς τους, να περιμένουν μια ελπίδα.. Αλίμονο! Στη γωνία της κατεστραμμένης τους ζωής καραδοκούν οι έμποροι παιδιών, οι παιδόφιλοι, οι έμποροι ανθρωπίνων οργάνων σαν τα κοράκια έτοιμοι να κατασπαράξουν τα αθώα θύματα, να αποτελειώσουν το έργο μιας φυσικής καταστροφής αλλά και της εγκληματικής αμέλειας των διοικούντων αυτής της ταλαίπωρης χώρας. Με φόντο την πλήρη καταστροφή, εθελοντές «σωτήρες» σπεύδουν πρόθυμοι να βοηθήσουν, να συμπαρασταθούν στους γείτονές τους που…τώρα τους θυμήθηκαν! Είναι η ευκαιρία που έψαχναν να «συμβάλλουν» κι αυτοί με το δικό τους τρόπο. Το γνωστό κόλπο!!! Ειρηνευτική δύναμη…


«Ι see dead people…», ακόμη κι εδώ στην χώρα μας. Είμαστε οι αόρατοι , αυτοί που άλλοι αποφασίζουν για εμάς, χωρίς εμάς. Είμαστε τα ζόμπι της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Έλληνες, ο αόρατος λαός. Αόρατος από τις κυβερνήσεις του, αόρατος από τους γείτονές του, αόρατος ο ένας από τον άλλο. "Νεκροί" που περιφέρονται στους δρόμους, στα γραφεία, στις υπηρεσίες, στα σούπερ μάρκετ ειδών χοληστερίνης. Τα ίδια κάθε μέρα. Να δουλέψεις. Bεβαίως, αλλά γιατί ; Για μια οικονομία κατεστραμμένη; Για μια πατρίδα που καταρρέει; Να ελπίζεις να σε προσέξουν. Φυσικά! Για μια ελπίδα ζούμε όλοι..αλλά τι λέω; Είπαμε, θεωρούμαστε νεκροί… Ζητάς να σε καταλάβουν; Εννοείται!! Αναλόγως το εισόδημά σου θα λάβεις και την αντίστοιχη κατανόηση καλέ μου συμπατριώτη! Περνάς ένα δράμα Έλληνα, είσαι κατά μία έννοια ένας Αϊτινός κι εσύ, απλά εσένα δεν σε ποδοπάτησε η φύση, αλλά αυτοί που σε διοικούν τόσα χρόνια, οι εντός οι εκτός και οι επί τ'αυτά.. Κι εσύ μαζεύεις αποδείξεις, γιατί άραγε; Να αποδείξεις τι; Πως ότι και να κάνεις θα είσαι πάντα ο τελευταίος τροχός της αμάξης; Μήπως γιατί θα σου χρειαστούν κάποια στιγμή όταν θα είσαι μετανάστης στον τόπο σου ή μήπως για να αποδείξεις ότι κάποτε γεννήθηκες, μεγάλωσες, γαλουχήθηκες Έλληνας;

Γιατί μαζεύεις αποδείξεις Έλληνα;

Μήπως για να αποδείξεις στον ιστορικό του μέλλοντος... ότι κάποτε υπήρξες;




Σημείωση: To κείμενο αυτό το πρωτοδημοσίευσα στους Ενωμένους Bloggers εχθές 24 Ιανουαρίου και σήμερα το πρωί έγινε πρωτοσέλιδο στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, κατόπιν αξιολόγησής του από τους υπεύθυνους της εφημερίδας. Ο λόγος που το αναρτώ στην Αnasa είναι καθαρά το ότι πιστεύω πως αξίζει να βρίσκεται εδώ, ως πνευματική ιδιοκτησία της υποφαινόμενης, αλλά και διότι μου έκαναν την τιμή οι υπεύθυνοι της "Επικοινωνίας" να το συμπεριλάβουν στα άρθρα της πολύ αξιόλογης εφημερίδας τους χαρακτηρίζοντάς το "καταπληκτικό" . Τους ευχαριστώ θερμά γι' αυτό και ελπίζω στο μέλλον να συνεχίσω να είμαι αντάξια της εμπιστοσύνης που μου έδειξαν. Τουλάχιστον θα προσπαθήσω γι΄αυτό!

Νίκο, σε ευχαριστώ πολύ για όλα!

Φίλοι μου, τα σχόλια και η κριτική σας είναι το ζητούμενο για μένα!

Ευχαριστώ!

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

" Τ' ΑΣΤΕΡΙΑ ΣΒΗΝΟΥΝ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ "

Ότι αγαπούσε, την πρόδιδε μπροστά στα μάτια της. Η σιωπή του ήταν η απόδειξη, όλα είχαν τελειώσει απλά έπρεπε εκείνη να το πάρει απόφαση. Τόσο καιρό όλες του οι κινήσεις, οι αντιδράσεις του, αυτά που ένιωθε αλλά δεν έλεγε, το κενό που απλά φαίνονταν στα μάτια του, έδειχναν την απομάκρυνση, έδειχναν το τέλος. Εκείνη δεν ήθελε να το πιστέψει, δεν ήταν δυνατό! Όμως να τώρα, μόνη σε ένα σπίτι που άλλοτε στέγαζε κοινά όνειρα, κοινή αγάπη, να προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της, να τα βάλει σε κούτες, να τα φυλακίσει. Τι να πάρει και τι να αφήσει; Tα όνειρα δεν μπαίνουν σε βαλίτσες, η αγάπη δεν τυλίγεται σε σελοφάν, οι αναμνήσεις δεν κρύβονται σε χαρτόκουτα. Να πάρει τα όνειρα, να πάρει τις στιγμές, τα λόγια, τις αναμνήσεις, αυτά θα τα είχε για πάντα κρυμμένα στη ψυχή της. Αυτά δεν θα της τα έπαιρνε ποτέ κανείς, θα ήταν για πάντα δικά της.
Και να τώρα μόνη σε ένα σπίτι άδειο, να θυμάται, να λυπάται, απελπισμένη μπροστά σε ένα τέλος που δεν περίμενε τόσο νωρίς και δεν πίστευε ότι θα ερχόταν ποτέ. Γύρω της κούτες γεμάτες αναμνήσεις, όλα της τα όνειρα κλεισμένα εκεί. Σε λίγο θα έφευγε για πάντα, θα άφηνε πίσω της το σπίτι που στέγαζε την αγάπη τους, την κοινή τους ζωή, τα όνειρα που κάποτε μοιράζονταν μαζί. Σκεφτόταν πως αυτό που ζούσε δεν μπορούσε να είναι αληθινό, πως κάποιος τρελός σκηνοθέτης την είχε πρωταγωνίστρια σε ένα τραγικό σκηνικό. Τι καλά που θα ήταν να ήταν όλα ένα όνειρο.. κι ας ήταν κακό, θα το άντεχε, αρκεί να μην ήταν αληθινό.
«..Τα αστέρια σβήνουν στη θάλασσα..», της είχε πει κι εκείνη μαγεμένη κοιτούσε το βαθύ γαλάζιο μήπως δει τη λάμψη των αστεριών φυλακισμένη εκεί. «..Θα φύγουμε μακριά σε ένα ερημικό νησί οι δυό μας, μακριά από όλους, εγώ κι εσύ…» Πόσο της άρεσε αυτό, όμως δεν έγινε ποτέ.
«..Αν ξυπνήσω μια μέρα και δεν είσαι δίπλα μου δεν θα το αντέξω…», του είχε πει. Ήταν μήπως αυτό το περίεργο όνειρο που είχε δει; Tον έχανε, την χαιρετούσε γυρνώντας την πλάτη κι εκείνη προσπαθούσε να φωνάξει, να τον σταματήσει, αλλά δεν μπορούσε να βγάλει ούτε κραυγή. Ξύπνησε ιδρωμένη, με δάκρυα στα μάτια, γύρισε και τον είδε να κοιμάται δίπλα της. «..όνειρο ήταν..» , είπε προσπαθώντας να ηρεμήσει, όμως αυτό το όνειρο ήταν τόσο αληθινό, ήταν προάγγελος όλων όσων θα συνέβαιναν..και συνέβησαν, της γύρισε την πλάτη, την ξέχασε, δεν υπήρχε πλέον για εκείνη. Προσπάθησε, αλήθεια, προσπάθησε να μη χαθεί ότι τους έδενε, όμως προσπαθούσε μόνη και δεν άντεξε να προσπαθεί για δύο.

Ο ήχος του φορτηγού που θα μετέφερε τα πράγματα, την έβγαλε από τις σκέψεις της «ώρα να φεύγω..», ψιθύρισε…Γύρισε και είδε για τελευταία φορά το σπίτι , την αγαπημένη τους γωνιά δίπλα στο τζάκι που περνούσαν αγκαλιά τα βράδια του χειμώνα. Χαμογέλασε πικρά. Ένα δάκρυ κύλησε και με αυτό αποχαιρέτησε ότι την έδενε μαζί του. Ήξερε ότι δεν θα γύριζε πίσω ποτέ ξανά!

«…Κάποτε μου είχες πει πως τ'αστέρια σβήνουν στη θάλασσα…άραγε ποιά θάλασσα να φυλάκισε στην αγκαλιά της το δικό μας αστέρι;…», είπε κλείνοντας για πάντα την πόρτα πίσω της.



η εικόνα δανεική από εδώ

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

"ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ..."

Αυτό που φοβόταν, αυτό ήταν μπροστά της.
...απλωνόταν σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα που άφριζε και ξέσπαγε τη μανία της στα βράχια.

Αυτό που φοβόταν, αυτό ήταν μπροστά της.
...την πλησίαζε όλο υποσχέσεις, κοιτώντας τη στα μάτια, απλώνοντας τα χέρια, τάζοντάς της ουρανούς και άστρα.

Αυτό που φοβόταν, αυτό ήταν μπροστά της.
...ένα ανοιχτό βιβλίο με κατάλευκες σελίδες.
Εκεί έπρεπε να γράψει τα μυστικά της, εκεί έπρεπε να αφήσει τα δικά της αποτυπώματα, στο δικό του βιβλίο.

Αυτό που φοβόταν, αυτό ήταν μπροστά της.
...μια ματιά, ένα βλέμμα που την άγγιζε, μια αύρα που της υποσχόταν να την ταξιδέψει σε μέρη άγνωστα.

Αυτό που φοβόταν, αυτό ήταν μπροστά της.
...ένας άνεμος που σκόρπιζε γύρω της το μεθυστικό του άρωμα, μια ευωδιά ονείρου και απόλαυσης.

Αυτό που φοβόταν, αυτό ήταν μπροστά της.
...γνώριμο λες από παλιά, επέστρεφε ζητώντας παράδοση άνευ όρων..
κι εκείνη- σαν έτοιμη από καιρό- λαχταρούσε να αφεθεί στο μαγικό του ταξίδι δίχως σκέψη, χωρίς λογική, μόνο με την καρδιά οδηγό.

Σταμάτησε στην άκρη της ακτής, λίγα βήματα πριν ανταμώσουν…
τον κοίταξε κατάματα κι εκείνος άπλωσε τα χέρια
"..έλα!", της έγνεψε προσφέροντας την αγκαλιά του...
...όμως, αυτό που φοβόταν ήταν τόσο κοντά της!

Έστρεψε το βλέμμα της στη θάλασσα .."πες μου, τι να κάνω;", την ρώτησε κι έτρεξε να κρυφτεί στην αγκαλιά της,
πριν αυτό που φοβόταν προλάβει να της αγγίξει την ψυχή.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

«ΜΗΔΕΝ»

«Ναι, όντως…υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που η αθλιότητα της ύπαρξής τους, μοιάζει με την πόρνη που κοιμάται δίπλα τους!». Η φράση της μητέρας του, ερχόταν συνεχώς στη σκέψη του όπως ο δολοφόνος που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος.
Ήταν εκείνη τη νύχτα όταν η μάνα του είχε βρει τον πατέρα του να κοιμάται με μια πόρνη στο κρεβάτι τους. Εκείνος, μικρό παιδί τότε, δεν είχε καταλάβει τα λόγια της μάνας του , ούτε το λόγο που οδήγησε τον πατέρα του να τους εγκαταλείψει. Αργότερα έμαθε τα γεγονότα, όταν πια ήταν στην κατάλληλη ηλικία να τα κατανοήσει .. παρόλα αυτά η φράση της, ερχόταν και ξαναρχόταν στο μυαλό του συνεχώς, σαν εμμονή. Όπως τώρα..Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Το χιόνι έπεφτε πυκνό. Κοίταξε πίσω από το κρύο τζάμι, η νύχτα τον καλούσε να την εξερευνήσει σαν ερωμένη έτοιμη να του παραδοθεί. Φόρεσε το παλτό του, πήρε το καπέλο του και βγήκε στον έρημο δρόμο.

Περπάτησε σκεφτικός στο σκοτεινό σοκάκι. Ησυχία απόλυτη παντού, λες και ήταν ο μόνος άνθρωπος σε όλο τον πλανήτη. Που και που μόνο ο ήχος από τις ρόδες κάποιας άμαξας που γλιστρούσαν στο χιόνι επιβεβαίωνε την ύπαρξη ζωής. Ήξερε που θα πάει, όπως κάθε φορά εξάλλου.. Στη συνοικία με τα χαμόσπιτα και τις ιερόδουλες.
Θα έκανε για άλλη μία νύχτα το κέφι του δίνοντας ένα ευτελές ποσό σε ευτελείς γυναίκες,όπως τις αποκαλούσε..Προχώρησε βιαστικός. Είχε περάσει η ώρα κι η μικρή Σιμόν θα ανησυχούσε. Τον τελευταίο καιρό η Σιμόν ήταν η μόνιμη επιλογή του μεταξύ όλων των υπολοίπων ιεροδούλων του «σπιτιού». Μπορεί η γριά που τις προωθούσε, βλέποντας την απουσία του, να την είχε αναγκάσει να πάρει πελάτες. Η σκέψη και μόνο τον έκανε να εξοργιστεί. Η Σιμόν ήταν μόνο δική του! Είχε κάνει συμφωνία με τη γριά να την έχει αποκλειστικά αυτός και μόνο αυτός, πληρώνοντάς της ένα αρκετά μεγάλο ποσό για την αποκλειστικότητα αυτή. «..Αν έχει γίνει κάτι τέτοιο..», σκέφτηκε με θυμό και άρχισε να περπατά πιο γρήγορα.Χτύπησε αναστατωμένος τη πόρτα του σπιτιού με το κόκκινο φως, του άνοιξε η γριά. «..Που είναι η Σιμόν;» , τη ρώτησε περνώντας βιαστικά μέσα. «.. που θες να είναι; με πελάτη είναι φυσικά!» , του απάντησε, «.. τι νόμιζες,θα την άφηνα να περιμένει εσένα και να χάνει μεροκάματα;;» Η απάντησή της τον εξόργισε ακόμη περισσότερο. Την έσπρωξε τόσο δυνατά που εκείνη παραπάτησε και σωριάστηκε στο πάτωμα καταριόντας τον. Όρμησε στις σκάλες και ανέβηκε στα δωμάτια, φωνάζοντας το όνομα της μικρής πόρνης. Εκείνη πετάχτηκε έξω τρομαγμένη. «..τι συμβαίνει; τι έπαθες;» , τον ρώτησε με αγωνία. Την τράβηξε από το χέρι και την πήγε στο δωμάτιό τους. «..Εδώ!», της είπε. «..εδώ θα μείνεις μέχρι να κανονίσω τη γριά! Δεν θα το κουνήσεις ρούπι , κατάλαβες;» και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες..
«…τι πας να κάνεις; Μείνε, σε παρακαλώ …», τον παρακάλεσε εκείνη με νάζι. Το μυαλό του θόλωσε με τη σκέψη του γυμνού της κορμιού. Τόσο καιρό τώρα κι ακόμη δεν την χόρτασε. Γύρισε και κάνοντας μια κίνηση την άρπαξε από τη μέση. «..θέλεις να μείνω; πες μου! », την ρώτησε με πάθος, « .. ναι, θέλω…πολύ..», απάντησε ξέπνοα εκείνη. Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την οδήγησε στο κρεβάτι. Την ξάπλωσε απαλά στα σεντόνια.. «.. έλα..» , του ψιθύρισε με λαγνεία κοιτώντας τον στα μάτια..

Ο ήχος της άμαξας που περνούσε στο στενό σοκάκι τον ξύπνησε απότομα. Γύρισε με αγωνία και την είδε να κοιμάται δίπλα του αποκαμωμένη. Το γυμνό κορμί της, προκλητικά πανέμορφο, γυάλιζε κάτω από το φως του φεγγαριού που τρύπωνε μέσα από τις μισάνοιχτες κουρτίνες. Την εξερεύνησε με αχόρταγο βλέμμα. Άπλωσε το χέρι και με απαλές κινήσεις άρχισε να χαϊδεύει το πορσελάνινο κορμί της , ξεκινώντας από τα δάχτυλα των ποδιών και φτάνοντας στο στήθος της. «.. είσαι δική μου..» , σκέφτηκε, «…είσαι δική μου, μικρή μου Σιμόν!»« χα, χα!… πλήρωσες πολλά για να είναι δική σου…κι είναι μια άθλια πόρνη που ανήκει σε όποιον πληρώνει τα περισσότερα.. ίδιος κι εσύ όπως ο πατέρας σου!» , η φωνή αντήχησε πάλι στο μυαλό του και του σάλεψε τη λογική.Η ανάσα του κόπηκε καθώς θυμήθηκε τη φράση της μάνας του.. «..η αθλιότητα της ύπαρξης…η αθλιότητα της ύπαρξης..» , η ίδια φράση επαναλαμβανόταν στο μυαλό του ξανά και ξανά..Έπεσε βογκώντας πάνω στη μικρή του πόρνη , ακουμπώντας το πρόσωπό του στο πρόσωπό της.. εκείνη μισάνοιξε τα μάτια και χαμογέλασε γλυκά..
«.. σ’αγαπώ!», του είπε νυσταγμένα. Με μιας το μυαλό του θόλωσε, θυμήθηκε τα λόγια που του έλεγε η μάνα του όταν ήταν στη εφηβεία. «. ..μια πόρνη δεν αγαπάει ποτέ κανέναν άνδρα, παρά μόνο τα λεφτά που θα της δώσει! Να το θυμάσαι!».
«Δεν αγαπάς κανέναν! Είσαι μια ψεύτρα!», της φώναξε «..μια ψεύτρα όπως όλες του σιναφιού σου!» ούρλιαξε και τύλιξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό της. Άρχισε να την σφίγγει δυνατά , κάνοντάς την ταυτόχρονα δική του.. Η Σιμόν ξέπνοη προσπαθούσε να αντιδράσει κλωτσώντας σαν αγρίμι και μπήγοντας τα νύχια της στη πλάτη του. « Όχι μικρή μου πόρνη, δεν θα σε αφήσω. Θα σε πάρω χωρίς ανάσα!», της είπε. «..θα σ’αρέσει , το ξέρω! Αφού είσαι μια πόρνη, μια άθλια γυναίκα, μια βρώμα. Είσαι ένα τίποτα, σου αξίζει να πεθάνεις!», της φώναξε στερώντας της και την τελευταία ελπίδα ζωής. Μέχρι που έπαψε να αντιστέκεται. Μέχρι που τα καταπράσινα μάτια της έμειναν ασάλευτα , χωρίς ζωή , να τον κοιτάνε παγωμένα. Η Σιμόν, η δική του Σιμόν, ήταν νεκρή.Σκέπασε το παγωμένο της κορμί με το σεντόνι, της χάιδεψε τα μαλλιά. Φόρεσε το παλτό του και βγήκε από το δωμάτιο με προσοχή. Πέρασε από το χολ και βγήκε στον έρημο δρόμο.

Είχε αρχίσει να χαράζει. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου έκαναν δειλά τη παρουσία τους ανάμεσα στα γκρίζα σύννεφα. Χαμογέλασε με ικανοποίηση. Η μητέρα θα ήταν περήφανη γι’ αυτόν. Έκανε το καθήκον του, εκδικήθηκε τον πατέρα του, φέρθηκε σαν άντρας! Όμως… η μικρή Σιμόν, η πόρνη που τόσο αγαπούσε, δεν υπήρχε πια! Τα πράσινα λάγνα μάτια της, ήρθαν στο μυαλό του κοιτώντας τον με παράπονο, ζητώντας του το λόγο.. «..γιατί; εγώ σε αγαπούσα! Γιατί;..» Ανήμπορος, περπάτησε με κόπο στο μικρό πάρκο και σωριάστηκε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε μπροστά του. Έτρεμε ολόκληρος, αλλά δεν ήταν από το κρύο. «..τι έκανα; τι έκανα; Σιμόν, μικρή μου αγάπη..τι σου έκανα;!!» ούρλιαξε σαν αγρίμι και το ουρλιαχτό του έσκισε τη νεκρική σιγή της πόλης.«..η αθλιότητα της ύπαρξης…η αθλιότητα της ύπαρξης..» , τα λόγια της μητέρας ήρθαν στο μυαλό του πάλι, στροβιλίζοντας σαν τυφώνας…κι έτσι ξαφνικά απάντησε, λες κι εκείνη θα τον άκουγε..«..η αθλιότητα της ύπαρξης δεν έχει σχέση με αυτόν που κοιμάται δίπλα σου, αλλά με σένα τον ίδιο! Κι εγώ..στέρησα τη ζωή από έναν άνθρωπο, επιβεβαιώνοντας την αθλιότητα της δικής μου ύπαρξης!», είπε και μη μπορώντας να κρατηθεί άλλο ξέσπασε σε λυγμούς.

… ήταν μια διαπίστωση που, αλίμονο για εκείνον, ήρθε πολύ αργά!


η εικόνα δανεική από εδώ

Σάββατο, 09 Ιανουαρίου 2010

"ΕΦΙΑΛΤΗΣ"




"..Nightmares lying here in the dark
Scared like my dreams made their mark
I wonder
Dreamer always alone..
Lost in a part of myself I can´t find anymore
I wonder if its gonna end tonight..
never ending nightmare
still I wonder if it's gonna end tonight.."

O νέος τίτλος του blog είναι πλέον αυτός. Ανάσα δεν θα υπάρχει εδώ μέσα, τουλάχιστον μέχρι να βρω που έχει κρυφτεί...

Παρασκευή, 08 Ιανουαρίου 2010

«ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ»

Κάποιοι λένε πως όταν λαχταράς κάτι πολύ, είναι καλύτερο να μην το έχεις.

Η απόκτησή του ίσως το απομυθοποιήσει και το κάνει να φαντάζει μικρό και ασήμαντο.

Κάπως έτσι κι εκείνη ήξερε πως αυτό που λαχταρούσε δεν θα γινόταν δικό της ποτέ, όμως αυτό δεν την εμπόδιζε να ονειρεύεται..

Θυμόταν την πρώτη στιγμή που σμίξαν οι ματιές τους.. τότε που ένιωσε ένα καρδιοχτύπι πρωτόγνωρο, μια αναστάτωση που την συνεπήρε. Ήταν τότε, σε εκείνη την ερημική παραλία εκείνο το καλοκαίρι, όταν η νιότη λαχταρώντας να ανταμώσει με το πάθος αφέθηκε στα μάτια του..τον έλεγαν Ιάσονα, ήταν ψηλός κι αγέρωχος και έμελλε να είναι ο γητευτής της. Η ανάσα της λαχταρούσε να σμίξει με τη δική του, τα μάτια της να χαθούν μέσα στο βαθύ γαλάζιο των δικών του ματιών, όμως πόσο δύσκολο της ήταν να τον πλησιάσει.. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που φοβόταν ότι αν ερχόταν πιο κοντά, θα τον τρόμαζε η λαχτάρα της γι'αυτόν…Έτσι έμεινε ασάλευτη καθισμένη στην αμμουδιά, πλατσουρίζοντας σα μικρό παιδί στο ακρογιάλι εκεί που έσκαγε το κύμα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο όνειρο που ήταν τόσο κοντά της και τόσο μακριά της συνάμα… Κάπου κάπου η αύρα της θάλασσας, πιστή σύμμαχος, της έφερνε το άρωμά του και εκείνη το ρουφούσε όπως το νέκταρ η μέλισσα θέλοντας να το νιώσει μέσα της να την πλημμυρίζει, να την πεθαίνει και να την ανασταίνει μαζί σε ένα ταξίδι ατέλειωτο... Πόσο ήθελε να αφεθεί, να παρασυρθεί στη δίνη μιας τρικυμίας που θα την συνέπαιρνε ως το τέλος, το απόλυτο τέλος μαζί του.

"…μα δε μπορεί" σκεφτόταν, ..δε μπορεί, κάπου, κάπως, κάποτε θα ένιωθε τους χτύπους της καρδιάς της και θα ερχόταν κοντά της σαν άλλος Οδυσσέας να την εξερευνήσει.. κι εκείνη θα γινόταν η Σειρήνα που θα τον μάγευε γλυκά στην αγκαλιά της…Τι κρίμα όμως, δεν μπόρεσε, δεν είχε το θάρρος, ξεχάστηκε.. για μια στιγμή μόνο νόμιζε πως τον είχε μαγέψει.. θα μπορούσε άραγε; δεν θα το μάθαινε ποτέ.. μόνο έτσι σεμνή, ντροπαλή, ξυπόλητη στην άμμο, του άφησε ίχνη να ακολουθήσει και μερικές σταγόνες θάλασσας να γευτεί, πριν τις ρουφήξει ο ήλιος...

..κι όταν η εικόνα του ερχόταν στο μυαλό της σαν δροσερό αεράκι στο καλοκαιρινό απομεσήμερο, τότε σαν από όνειρο τον έβλεπε να την πλησιάζει στην αμμουδιά , να κάθεται δίπλα της κάνοντας το παρεό της τέντα για να τη φιλήσει στη σκιά.."Να με κοιτάς στα μάτια, δίχως τον ήλιο να σκαλώνει στα βλέφαρά σου..", της έλεγε και της χάριζε τον κόσμο όλο με ένα φιλί του...κι εκείνη τον έκλεινε στην ζεστή αγκαλιά της λαχταρώντας να του παραδοθεί άνευ όρων, σαν πόλη αφημένη να λεηλατηθεί..

"..που είμαι"; την ρωτούσε παραδομένος στην αγκαλιά της , "στην ακρογιαλιά των Φαιάκων", του απαντούσε χαρίζοντάς του το πιο γλυκό της χαμόγελο μαζί με την καρδιά της.

υ.γ.: Σ.Μ, ευχαριστώ για την έμπνευση!

η εικόνα δανεική από εδώ

Τετάρτη, 06 Ιανουαρίου 2010

"ΝΑΙ, HTAN MIA IΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ"





















Η πρώτη επίσημη συνάντηση των bloggers είναι πλέον γεγονός. Πέρασε στην ιστορία σαν μια άκρως ενδιαφέρουσα συνάντηση ανθρώπων με κοινούς ορίζοντες, κοινό όραμα, μα πάνω από όλα μία κοινή αγάπη, αυτή της έκφρασης ιδεών, σκέψεων και απόψεων. Από αυτή την άποψη ήταν, πιστεύω για όλους όσους παρευρέθησαν, μια καθ'όλα επιτυχής συνάντηση παρόλο που η συμμετοχή ήταν μικρότερη της αναμενόμενης.

Τα παραπάνω μπορούν να τα επιβεβαιώσουν οι φίλοι bloggers που μας τίμησαν με την παρουσία τους.

Γιάννης Τριανταφύλλου "Tο ΑΤΟΜΟ"

Νίκος Τζιγκουνάκης - "Επικοινωνία Αργυρούπολης και Νοτίων Προαστίων"

Στέφανος Μυτιληναίος

Πάνος-"Το λημέρι"

Νάσος Ζαγκογιάννης - "Στοχασμός-Πολιτική"

Τάσος Χατζησπυρίδης - "Ο τρελός του χωριού"

Ινώ Χαρτσά - a.chartsa@gmail.com

Ζωή Τζελέπη - "Ιριδίζον"

Θεοδοσία Κατσαρού "Το θολό τοπίο"

Σαββίνα Καυκιά- "Savvina's studio"

Καλλιόπη Κουντουρόγιαννη - "ANASA"

και φυσικά η συνδιοργανώτρια famous blogger και εξαιρετική φίλη,

Μαρία Τρίγκα -"Shell-land"

Σας ευχαριστούμε όλους από καρδιάς για την ανταπόκριση, καθώς και για τη χαρά που μας προσέφερε η άκρως ενδιαφέρουσα γνωριμία μας μαζί σας. Επίσης, ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Άνεμο και τους Ενωμένους bloggers από την Μatriga και εμένα, για την προβολή και την πρωτοβουλία να ανοιχθεί η σελίδα στο facebook για τη συνάντησή μας.

Σύντομα θα οργανωθεί και δεύτερη συνάντηση σε συνεργασία με τους Ενωμένους Bloggers. Ευελπιστούμε σε ακόμη μεγαλύτερη συμμετοχή και είναι στο χέρι όλων μας να την κάνουμε πράξη. Εξάλλου, το να επαναπαύεται κάποιος πίσω από την ανωνυμία δεν τον καθιστά ελεύθερο εκφραστή, αντίθετα τον απομακρύνει από τη δυνατότητα να γίνει γνωστή η φωνή του και να ακουστούν οι απόψεις του σε ευρύτερο κύκλο, δηλαδή σε όλους εμάς τους υπόλοιπους!

...και μη ξεχνάτε ότι είμαστε πολλοί!



(η εικόνα δανεική από εδώ )

Παρασκευή, 01 Ιανουαρίου 2010

"ΤΟ "ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ" ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΑΓΡΑΦΗΣ"

Όλοι ξέρουμε τη λέξη "διαγραφή", την έχουμε βιώσει παντού. Από φιλίες, σχέσεις, σκέψεις, άσχημες καταστάσεις μέχρι πολιτικά κόμματα, όταν αυτά διαγράφουν κάποιους "ατίθασους" βουλευτές τους. Τη διαγραφή από φίλου στο facebook όμως - το γνωστό "remove friend"-την έχουμε βάλει σχετικά πρόσφατα στη ζωή μας.
Τι σημαίνει "σε διαγράφω από τους φίλους μου"; Με ποιό κριτήριο κάνουμε τη διαγραφή; Πόσο αυτό επηρρεάζει στη ψυχική μας ισορροπία; Πόσο εύκολο είναι να κάνουμε αυτή τη κίνηση χωρίς να νιώσουμε πόνο, οδύνη, θλίψη και στεναχώρια;

Σε όλα αυτά τα καίρια ερωτήματα θα μας απαντήσει ο γνωστός σε όλους μας, εξαίρετος αρθρογράφος Τώνης Διαγραφώνης, ο οποίος πρόσφατα μας απέδειξε ότι ξέρει πολύ καλά να χειρίζεται το φαινόμενο αυτό και να του δίνει νέα έννοια..Ποιά; Μα φυσικά το ευρηματικό, εξαίρετο, ανεπανάληπτο, "AUTOREMOVE"!!!

Δημ: Kύριε Διαγραφώνη, πρόσφατα είδαμε μια τρομερή ανακοίνωση/status, που κάνατε στο προφίλ σας στο facebook και στην οποία θέσατε το ερώτημα στους φίλους σας για το ποιοί από αυτούς τους 5.234 θα επιθυμούσαν να διαγραφούν από το προφίλ σας. Πείτε μας τι σας οδήγησε σε αυτή σας την κίνηση-υπέρβαση θα έλεγα;

T.Διαγραφώνης: Koιτάξτε, καταρχήν ήθελα να σας ευχαριστήσω που με καλέσατε στην εκπομπή σας και ειδικά που αναδυκνείετε ένα τόσο σημαντικό θέμα-μάστιγα των ημερών. Η αλήθεια είναι ότι εκείνο το βράδυ δεν είχα τι να κάνω, είχα αράξει στον καναπέ, είχα παραγγείλει καμμιά δεκαριά σουβλάκια από τον "Μάκη το χοντρό"- καλά , τρομερό σουβλάκι κάνει ο τύπος, σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα-, είχα πιει και τις μπύρες μου και απλά χάζευα στο facebook. Έτσι ξαφνικά που λέτε κι ενώ μέρες τώρα είχα παρατηρήσει μια καθολική απραξία, σκέφτηκα να δημιουργήσω ντόρο, να κάνω σαματά, να γίνει ο κακός χαμός στο προφίλ μου, ένα τζέρτζελο, ένα τουρλουμπούκι- πως το λένε στη καθαρεύουσα- , οπότε και σκέφτηκα αυτό το κόλπο.

Δημ: Μάλιστα..Όταν λέτε "κόλπο" τι εννοείτε;

T.Διαγραφώνης: Εννοώ ότι καιρό τώρα οι περισσότεροι από τους 5.234 φίλους μου στο facebook είχαν πέσει σε χειμμερία νάρκη , μαζί με αυτούς και το προφίλ μου. Ελάχιστοι από αυτούς σχολίαζαν τα στάτους μου και τις ευρηματικές ατάκες που πετούσα. Οι περισσότεροι με είχαν γραμμένο κανονικά κι αυτό ήταν κάτι που με πλήγωνε βαθύτατα, καθότι ώς άνθρωπος του πνεύματος - γνωστό σε όλους- , είχα συνηθίσει να με εκθειάζουν, να με ανεβάζουν, να με σχολιάζουν σε κάθε τι που έλεγα. Κάποτε, πετούσα ένα "καλημέρα" και είχα 2.865 σχόλια . Τελευταία πετούσα "καλημέρα" και με είχαν όλοι χεσμένο, συγχωρήστε μου την έκφραση.. Ε, αυτό ήταν κάτι που δεν μπορουσα να το ανεχτώ, οπότε και σκέφτηκα το κόλπο "Αυτοδιαγράψου".

Δημ: ..αυτοδιαγράψου; Ενδιαφέρον ακούγεται. Πείτε μας, τι κόλπο ήταν αυτό;

T.Διαγραφώνης: Eίναι απλό. Έβαλα ένα στάτους: "Σήμερα είναι καιρός να γίνουν κάποιες διαγραφές. Σήμερα θα διώξω πολύ κόσμο. Ξεκινώ από αυτούς που δε με σχολιάζουν. Αυτοδιαγραφείτε.!" και αμέσως έγινε χαμός στο προφίλ μου! Είχα 2.000 σχόλια! Κάποιοι παρακαλούσαν να μην διαγραφούν, κάποιοι μου έκαναν τεμενάδες, άλλοι έκλαιγαν, άλλοι σερνόντουσαν στα πατώματα του προφίλ μου και παρακαλούσαν..ήταν μια αξέχαστη εμπειρία και χαίρομαι πολύ που την έζησα!

Δημ: Eξαιρετικό! Τι αποκομίσατε από όλο αυτό;

T.Διαγραφώνης: Mα,το ρωτάτε; Η ροή και η προσέλευση σχολιαστών ήταν μεγαλειώδης! Τα μηχανάκια της AGB πήραν φωτιά! Εκείνο το βράδυ το προφίλ μου είχε ποσοστό τηλεθέασης 95%!!! Ούτε η Εurovision -τη βραδυά της Παπαρίζου- δεν είχε τέτοια τηλεθέαση! Αφήστε δε τα παρακαλετά, τις ενστάσεις..,τα like; Aυτά που τα πας; 1.346 είχαν φτάσει!!! Ναι,ήταν μια εξαιρετική βραδυά..μια ιστορική μέρα...μια σημαντική στιγμή στη καριέρα μου!

Δημ: Eνδιαφέρον..Τι προτείνετε λοιπόν στον κόσμο που μας παρακολουθεί ώστε να μπορέσει κι αυτός, ο απλός πολίτης, ο καθημερινός βιοπαλαιστής, αυτός που βλέπει το προφίλ του άδειο, τον τοίχο του χωρίς προσέλευση, το στάτους του χωρίς "like" και σχολιασμούς, τα λινκ και τις καρτούλες, τις καρδούλες και τα γλυφιτζουράκια, τους αρκούδους και τα ελαφάκια να μένουν στα αζήτητα και να μη του τα προσφέρει κανείς; Tι προτείνετε να κάνει για να βγει από αυτό το δύσκολο δρόμο της απομόνωσης, της ανυπαρξίας, της έλλειψης σχολιαστών, της πλήρης απαξίωσης του προφίλ του;

T.Διαγραφώνης: Μα είναι απλό!!! To κόλπο "Αυτοδιαγράψου"!!! Ναι, φτωχέ πλην τίμιε βιοπαλαιστή κι εσύ καλή μου βασανισμένη νοικοκυρά, "αυτοδιαγράψου" και θα βρεις την υγειά σου!

Μα το Θεό σας μιλώ, ορκίζομαι ...στο προφίλ μου!!

"IMAGINE.."


"HAPPY NEW YEAR 2010! MAY THE WORLD BE A MORE PEACEFUL PLACE TO LIVE IN!!"



"..Imagine there's no Heaven
It's easy if you try
No hell below us
Above us only sky
Imagine all the people
Living for today

Imagine there's no countries
It isn't hard to do
Nothing to kill or die for
And no religion too
Imagine all the people
Living life in peace

You may say that I'm a dreamer
But I'm not the only one
I hope someday you'll join us
And the world will be as one

Imagine no possessions
I wonder if you can
No need for greed or hunger
A brotherhood of man
Imagine all the people
Sharing all the world

You may say that I'm a dreamer
But I'm not the only one
I hope someday you'll join us
And the world will live as one"

Μusic/ Lyrics John W. Lennon (1972)

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

"Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ BLOGGERS"


31.12. 2009 - Τελευταία ενημέρωση: Για τη διευκόλυνση όσων φίλων θα επιθυμούσαν να περευρεθούν στη συνάντησή μας, σας ενημερώνουμε ότι έχει γίνει κράτηση στο "POLIS" ειδικού χώρου για τη συνάντησή μας, στο επάνω μέρος του καταστήματος, στο όνομα "bloggers" καθώς και στα ονόματα των διοργανωτών Μαρία και Καλλιόπη. Καλή Χρονιά σε όλους!

Λόγω αυξημένης συμμετοχής, καθώς και κάποιων παραπόνων που λάβαμε από φίλους bloggers, σας ενημερώνουμε ότι η πρώτη επίσημη συνάντησή μας αφορά όλους τους bloggers και όχι μόνο τις γυναίκες.

H συνάντηση θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 5 Ιανουαρίου και ώρα 18.30 στο cafe-bar "POLIS" , που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας στην οδό Πεσματζόγλου 5 (αίθριο στοάς βιβλίου) τηλ: 210-32 49 588
(view map here)


Όσοι φίλοι bloggers (άνδρες και γυναίκες), επιθυμείτε να παρευρεθείτε μπορείτε να δηλώσετε τη συμμετοχή σας εδώ καθώς και στο blog Shell-land της φίλης matriga.

Θα χαρούμε να σας συναντήσουμε, να ανταλλάξουμε απόψεις και να γνωριστούμε καλύτερα.