Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009

"Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΥΚΛΟΣ"

«Eίπα να σου γράψω, μιας και δεν με ακούς - δεν μπορείς να με ακούσεις- αλλά και να μπορούσες, δεν θα ήθελες! Πως το ξέρω; Ρωτάς; Ξέρεις πολύ καλά ότι το ξέρω, όπως το ξέρεις κι εσύ. Διάβασέ με λοιπόν, αφού δεν έχεις την διάθεση να με ακούσεις. Χρόνια τώρα σε κουβαλάω, σε ανέχομαι. Κάποιες φορές σε "ανεβάζω"- δύσκολο ομολογώ- και κάποιες σε "κατεβάζω". Υπάρχουν φορές που σέρνεσαι στα πατώματα σαν το τελευταίο σκουλήκι πάνω στον ταλαίπωρο τούτο πλανήτη. Σε κοιτάω και σε λυπάμαι. Ναι, από την μία σε λυπάμαι, συμπάσχω μαζί σου. Κάποιες όμως φορές σου δίνω άλλη μία για να πας πιο κάτω, να συρθείς κι άλλο, να τρυπώσεις πιο κάτω από το χώμα. Πόσο πιό κάτω υπάρχει; Όσο πάει "αγάπη μου", όσο πάει! Μπορείς να φτάσεις στο υπόστρωμα; Μπορείς να διαπεράσεις τον φλοιό της γης που σε ανέχεται πάνω της και να φτάσεις στον πυρήνα της; Κάντο! Mε χαρά θα σε βοηθήσω να φτάσεις κι εκεί! Ναι, είναι οι στιγμές που δεν σε αντέχω! Σκατά "αγάπη μου", σκατά! Σε αυτά πατάς και σε αυτά καταλήγεις! Τι είπες; Μήπως φταίει το κάρμα σου; Μήπως το μαύρο ριζικό ή μήπως το σκοτεινό σου πεπρωμένο; Χα!..γελάω και ξέρεις γιατί; γιατί κι εσύ που τα λες δεν τα πιστεύεις! Εσύ φταίς "καλό μου" σκουλήκι! Εσύ! Γιατί; Μα ρωτάς και γιατί; Αφού το ξέρεις πολύ καλά, το έχεις αναλύσει κι αυτό, όπως τις χιλιάδες λάθος επιλογές του παρελθόντος που σε κυνηγάνε, αλλά και τις εκατοντάδες του παρόντος που θα γίνουν οι εριννύες του μέλλοντός σου! Μα, ξέχασα, μέλλον δεν θα έχεις. Δεν έχεις τις προδιαγραφές! Ποιά δύναμη, ποιό κουράγιο…δεν τα είχες και δεν τα έχεις! Σε μένα μιλάς! Σε ξέρω πολύ καλά, σε έχω "γεννήσει". Δεν με γελάς! Τα "θέλω" σου , αυτά φοβάσαι, τον εαυτό σου τον λυπάσαι, τους γύρω σου τους αποφεύγεις. Tι είπες; Όνειρα; Τι είναι αυτό; Eίχες ποτέ; Όχι μόνο στη ζωή, αλλά oύτε και στον ύπνο σου δεν σου έκαναν την τιμή να σε επισκεφθούν! Oι επιλογές, αυτές κι αν ήταν καταστροφικές! Αυτές σε έχουν χτίσει μέσα σε ένα γεφύρι, σαν την γυναίκα του Πρωτομάστορα. Εκεί θα μείνεις, χτισμένο γεφύρι να σε πατάνε οι περαστικοί, οι ταξιδιώτες..μα πιο πολύ από όλους θα σε πατάνε οι φόβοι σου, οι ανασφάλειες, όλα τα σιχαμερά αρπακτικά που είναι η καθημερινή σου παρέα χρόνια τώρα. Αυτά θα μείνουν δίπλα σου, αυτά σου αξίζουν!!Να ξέρεις, ότι παρόλο που είμαι χρόνια μαζί σου, δεν σε αγάπησα ποτέ..εαυτέ μου!”

Δίπλωσε το χαρτί και το έβαλε σε έναν λευκό φάκελο. Το άφησε στο τραπέζι. Διπολική διαταραχή με αρχή σχιζοφρένειας. "Ωραία διάγνωση", μονολόγησε.. "Τι απλό. Τι όμορφο, τι χαριτωμένο. Ένα βήμα πριν την πλήρη καταστροφή. Ένα μυαλό διαλυμμένο, έτοιμο να καταρρεύσει"
"Γιατί;", είχε ρωτήσει τον γιατρό. "Δεν υπάρχει γιατί", της είχε απαντήσει εκείνος. "Ίσως είναι κληρονομικό, ίσως υπάρχει προδιάθεση, ίσως κάποιο σημαντικό γεγονός, κάποιος μεγάλος πόνος..΄Ίσως.."

Μια κλωστή που έσπασε. Είναι τόσο απλό. Όπως τόσο απλό ήταν κι αυτό που θα έκανε τώρα.

Έβαλε τα κουτιά με τα χάπια το ένα δίπλα στο άλλο, τα κοίταξε. Ένα, δύο, τρία.. μέτρησε έξι κουτιά χάπια. Συνολικά εννενήντα χάπια. "Ωραία!", ψιθύρισε, "αν ξεκινήσω τώρα, σε μισή ώρα θα τα έχω καταπιεί όλα".

Έβαλε ένα ποτήρι νερό και ξεκίνησε. Στην αρχή τα κατάπινε ένα ένα, μετά βιάζόταν να τελειώνει γρήγορα- την κούραζε η όλη διαδικασία- και τα κατάπινε δύο-δύο ή τρία-τρία μαζί. Άδειασε και τα εννενήντα στο στομάχι της. Αφού τελείωσε, άναψε τσιγάρο. "Ο θάνατος πάει με θάνατο", σκέφτηκε. Κοίταξε την ώρα. "Ευτυχώς, μέχρι να έρθει η οικογένεια θα έχουν τελειώσει όλα" είπε, "..δεν θέλω σωτήρες, δεν θέλω ελπίδα, δεν έχω ελπίδα και δεν την χρειάζομαι. Τι να την κάνω, όταν ήδη είμαι τελειωμένη με διάγνωση γιατρού. Δεν υπάρχει λόγος", σκέφτηκε. Άρχισε να ιδρώνει και να μουδιάζει. "Ώρα για ύπνο", ψιθύρισε χαμογελώντας πικρά. Σηκώθηκε παραπατώντας και ξάπλωσε στο κρεβάτι της. "Σε μισή ώρα εύχομαι να έχουν τελειώσει όλα", σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια της.

Οι πιο ομορφες εικόνες πέρασαν από το μυαλό της σαν ταινία. Χρώματα, νιότη, γέλια, παιχνίδια, καλοκαίρια, θάλασσες. Χαμογέλασε τρέμμοντας από την αίσθηση της χαράς. "Ήρθες αργά", είπε "..δεν εμφανίστηκες όταν ήμουν παιδί, όταν ήμουν έφηβη, όταν παντρεύτηκα, όταν έκανα τα παιδιά μου. Τώρα είναι αργά..δεν σε χρειάζομαι πλέον..δεν σε έχω ανάγκη…" ψιθύρισε. Τα άκρα της άρχισαν να παγώνουν, οι χτύποι της καρδιάς να εξασθενούν. Πλησίαζε το τέλος, το ένιωθε παντού, σε όλο της το είναι.

Σταύρωσε τα χέρια και χαμογέλασε. Οι εικόνες έσβησαν, μαύρο φόντο απλώθηκε παντού. "Επιτέλους, είμαι ελεύθερη!", ψιθύρισε κι έσβησε έχοντας ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη της.."


- ΤΕΛΟΣ -



Έβγαλε τα γυαλιά του και άφησε το κείμενο πάνω στο γραφείο .

"Να σου πω την αλήθεια, καλό το βιβλίο σου, αλλά να…το τέλος βρε κοπέλα μου, πολύ μακάβριο. Μήπως να έγραφες κάτι άλλο, κάτι πιο χαρούμενο. Είμαι σίγουρος πως οι αναγνώστες θα το εκτιμήσουν περισσότερο", της είπε.

Η Μαρία τον κοίταξε με βλέμμα θανατηφόρο. Ήταν η τρίτη φορά που της έλεγε να αλλάξει κάτι στο βιβλίο. "Δεν νομίζω!", του απάντησε με συγκρατημένο εκνευρισμό. "Το θέμα του βιβλίου πραγματεύεται την συγκεκριμένη αρρώστια, που είναι πλέον στην εποχή μας πολύ διαδεδομένη. Εξάλλου μη ξεχνάμε ότι η ηρωίδα έχει διαγνωστεί ως μανιοκαταθλιπτική. Τι άλλο τέλος θα μπορούσε να έχει, εκτός από αυτό;" περισσότερο διαπίστωση ήταν αυτή της η απάντηση, παρά ερώτηση.

"Βλέπω, παρόλο που έχεις την συγγραφική ικανότητα, που μόνο ένας ευαίσθητος άνθρωπος θα μπορούσε να έχει, εντούτοις διακατέχεσαι από ψυχρή λογική!", της απάντησε με δόση ειρωνείας.
"Εγώ θα φταίω να τον βρίσω τώρα;", σκέφτηκε εκείνη, αλλά συγκράτησε τα νεύρα της. Το βιβλίο της έπρεπε να εκδοθεί πάση θυσία κι ο Αναγνώστου ήταν ο μόνος που θα το έκανε! Είχε γυρίσει παντού, σε όλους τους εκδοτικούς οίκους, είχε μιλήσει με τους πάντες, ειδήμονες και μη. Όλοι το έβρισκαν καταπληκτικό, αλλά καταθλιπτικό. Με αυτή την έννοια δεν θα είχε τις επιθυμητές πωλήσεις και κατ' επέκταση τα επιθυμητά κέρδη. Έτσι της είχαν πει. Ο μόνος που δέχτηκε να το εκδώσει ήταν αυτός. Δεν θα το άφηνε στην τύχη του. Θα τα κατάφερνε όπως και να έχει!

"Η ψυχρή λογική με βοηθά να προωθήσω το προιόν μου", του απάντησε ξερά. " Λυπάμαι όμως που διαπιστώνω ότι κάποιοι δεν μπορούν να "μυριστούν" το κέρδος, παρόλο που είναι αυτή η δουλειά τους!" του απάντησε ρισκάροντας την αρνητική του αντίδραση.

Εκείνος έμεινε να την κοιτά έκπληκτος, αλλά και σκεπτικός συνάμα. "Αυτή η κοπέλα ήταν πολύ φιλόδοξη, όσο δεν πάει άλλο.." σκέφτηκε.

"..λοιπόν, πες μου τι θα γίνει να ξέρω. Θα το εκδώσεις ή όχι;" η ερώτηση-πρόκληση τον έβγαλε απότομα από τις σκέψεις του. "Εντάξει, αλλά να ξέρεις πως αν χάσω λεφτά θα πρέπει να βρεις τρόπο να μου τα επιστρέψεις..", της είπε με ύφος που έλεγε πολλά.

"Δεν θα χάσεις τίποτα. Ίσα ίσα που θα κερδίσεις πάρα πολλά. Μείνε ήσυχος. Το βιβλίο έχει σίγουρη επιτυχία", του απάντησε με περίσσια αυτοπεποίθηση και προχώρησε προς την πόρτα.

"Ειλικρινά με εκπλήσσει η σιγουριά σου, αλλά είναι κι αυτή που με έπεισε τελικά" της είπε.

"Μη λες ψέμματα, το βιβλίο σε έπεισε κι ας μη το παραδέχεσαι" του απάντησε με ύφος υπεροπτικό.

"Εντάξει, έχεις δίκιο" της είπε χαμογελώντας, "Θα μιλήσουμε για τα διαδικαστικά κάποια στιγμή αύριο. Άντε τώρα να το γιορτάσεις. Σύντομα το βιβλίο σου θα βρίσκεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων όλης της χώρας!" την διαβεβαίωσε.

Η Μαρία χαμογέλασε με ικανοποίηση και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Η αρχή για το όνειρό της είχε μόλις γίνει, βασισμένη όμως σε ένα τέλος.

Ο μαύρος κύκλος, αυτός ήταν ο τίτλος του βιβλίου της, θα γινόταν επιτέλους πραγματικότητα!

Τον δημιούργησε χρησιμοποιώντας έναν θάνατο.

.. αυτόν της αδελφής της.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

"Η ΓΕΦΥΡΑ"

Το ραντεβού ήταν κανονισμένο καιρό τώρα, η αγωνία της όμως ήταν τόσο μεγάλη που είχε ξεκινήσει από τα χαράματα την προετοιμασία. Παρόλο που ασκούσε χρόνια το επάγγελμα της δημοσιογραφίας - λειτούργημα για εκείνη - εντούτοις η αποκλειστική αυτή συνέντευξη με ένα τόσο σπουδαίο πρόσωπο ήταν για εκείνη κάτι πολύ σημαντικό. Ένιωθε σαν αρχάρια που θα έδινε σήμερα τις πρώτες της εξετάσεις για να περάσει στη σχολή. Τόση ήταν η αγωνία και η προσμονή για να πάνε όλα κατ’ ευχή, που ζήτημα ήταν να είχε κοιμηθεί τρεις ώρες κι αυτές με το ζόρι.

Είχε ακούσει πολλά για αυτόν. Διπλωματικός ακόλουθος στην Ελληνική Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη επί σειρά ετών, με μεγάλο έργο και διεθνή αναγνώριση. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά της να αποσπάσει την καλύτερη και πληρέστερη πληροφόρηση για τα χρόνια που πέρασε στην Τουρκία καθώς και για το έργο του εκεί.

Στα δέκα χρόνια δημοσιογραφίας είχε την τύχη να συνεργαστεί με πολλούς εξαίρετους συναδέλφους καθώς και να πάρει μερικές από τις καλύτερες συνεντεύξεις από μεγάλα ονόματα στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών, διεθνώς αναγνωρισμένα. Ίσως γι’ αυτό και εκείνος να αποδέχτηκε την πρόσκλησή της – μετά από αρκετό καιρό είναι η αλήθεια αναμονής για μια απάντησή του- παρόλο που είχε ακούσει γι’ αυτόν ότι δεν παραχωρούσε εύκολα συνεντεύξεις, ούτε κι ότι ήταν ο ευκολότερος άνθρωπος να προσεγγίσει κάποιος.

Ντύθηκε βιαστικά και έλεγξε μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια στα απαραίτητα «σύνεργα» της δουλειάς της. Το κασετόφωνο λειτουργούσε άψογα, αλλά για καλό και κακό, έβαλε και δεύτερο σετ μπαταριών στην τσάντα της.
Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν για την μεγάλη στιγμή.

Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε. Ήταν ένα ηλιόλουστο Κυριακάτικο πρωινό και παρόλο που κοντοζύγωνε ο χειμώνας, εντούτοις ο ήλιος ήταν ζεστός σαν καλοκαιρινό παραμύθι. Σταμάτησε στην μονοκατοικία με τον μεγάλο λουλουδιασμένο κήπο, κάπου στα Βόρεια Προάστια. Βγήκε βιαστικά και χτύπησε με αγωνία το κουδούνι. Της άνοιξε η οικονόμος και κατόπιν των συστάσεων, την οδήγησε στο μεγάλο γραφείο. Εκεί τον είδε, ήταν σκυμμένος στα βιβλία του, φορώντας τα γυαλιά του πλήρως αφοσιωμένος και σκεπτικός. Μόλις την είδε σηκώθηκε να την καλωσορίσει.

«Καλώς ορίσατε αγαπητή, περάστε», της είπε και της έδειξε το γραφείο του.

«Καλώς σας βρήκα!» του απάντησε και πέρασε στο χώρο που θα γινόταν η συνέντευξη.

«Αγαπητή, έχω ακούσει πολλά για εσάς, ασκείτε το επάγγελμα του δημοσιογράφου με περισσή ευσυνειδησία και επαγγελματισμό. Έχω ψάξει τις συνεντεύξεις που έχετε πάρει κατά καιρούς και το διαπίστωσα ο ίδιος. Αυτός ήταν κι ο λόγος που δέχτηκα την πρόσκλησή σας» της είπε.

«Σας ευχαριστώ και εκτιμώ τα λόγια σας. Είναι μεγάλη μου χαρά να έχω την αναγνώρισή σας. Σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δίνετε να σας κάνω τούτο το αφιέρωμα», του απάντησε με συγκίνηση.

«Λοιπόν, ξεκινάμε όποτε είστε έτοιμη!» της πρότεινε χαμογελώντας.

Έβγαλε το δημοσιογραφικό κασετόφωνο και τοποθετώντας το πάνω στο γραφείο και σε κοντινό σημείο ώστε να καταγράφονται όλα όσα θα ειπωθούν, ξεκίνησε κάνοντας την πρώτη ερώτηση.

«Επί σειρά ετών, τελέσατε διπλωματικός ακόλουθος της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη , το έργο σας είναι αναγνωρισμένο διεθνώς καθότι ήσασταν ο ιδρυτής της « Ελληνοτουρκική Φιλίας», ενός οργανισμού που προωθεί …»

«Αγαπητή μου», την διέκοψε, «..αυτά είναι γνωστά σε όλους. Τα ξέρετε κι εσείς μιας και είστε καλά διαβασμένη» της είπε με χαμόγελο, « Αν θέλετε να γράψετε λοιπόν γι’ αυτά που ξέρουν όλοι έχει καλώς, μπορείτε να το κάνετε και χωρίς εμένα μιας και υπάρχει μεγάλη βιβλιογραφία σχετική με το θέμα. Εμένα επιτρέψτε μου να μιλήσω για κάτι άλλο, κάτι που ο κόσμος δεν γνωρίζει, κάτι προσωπικό και απόλυτα δικό μου!» της είπε με θέρμη.

«Τι εννοείτε;;» τον ρώτησε γεμάτη απορία και ακόμη μεγαλύτερη περιέργεια.

« Επιτρέψτε μου να μιλήσω για εκείνο που περίμενα και δεν ήρθε», της απάντησε και συνέχισε, «εσείς γράψτε ότι θέλετε, εγώ θα κρατάω ένα όμορφο βράδυ στην Barbaros Bulvari στην Πόλη όταν έξω τα πάντα ήταν χιονισμένα κι εμείς μέσα πίναμε σπιτικό ρακί και το τραγουδάγαμε με τον φίλο μου τον Nadir και τη συνοδεία ενός υπέροχου κλαρινετίστα από ένα χωριό του Πόντου « Bekledin de Gelmedin». Θα ήταν πέντε το πρωί όταν βγήκαμε έξω. Στο Βόσπορο, εκεί πέρα που ενώνεται με τη Μαύρη Θάλασσα, η μέρα είχε αρχίσει να χαράζει. "Aide baba", είπα, έπρεπε να γυρίσει ο φίλος στο σπίτι του, είχε και οικογένεια, εμένα η οικογένεια ήταν πίσω, στην Ελλάδα. "...ben evim gidiyorum" του είπα, "πάω σπίτι μου", ήταν η πρώτη ολόκληρη φράση που είχα καταφέρει να αρθρώσω στη γλώσσα του. Δύο μήνες τώρα μιλούσαμε μόνο στα αγγλικά, ρίχναμε και μερικές λέξεις σκόρπιες ο ένας στη γλώσσα του άλλου, πιο πολύ από ευγένεια παρά από ανάγκη.
Ο Nadir με κοίταξε με έκπληξη, δεν περίμενε να ακούσει από τα χείλη μου τη δική του διάλεκτο, καθότι αρνούμουν πεισματικά να παραδεχθώ ότι μου αρέσει η Τούρκικη γλώσσα, πόσο μάλλον ότι γνώριζα και να την μιλάω. Πολλές φορές θυμάμαι, όταν με παρότρυνε να το κάνω, συνήθως όταν ήμασταν πάνω στο τσακίρ κέφι, εγώ αντιδρούσα και του έγνεφα αρνητικά κουνώντας το κεφάλι. Εκείνο το ξημέρωμα όμως, το τελευταίο που περνούσαμε μαζί στο δικό του έδαφος, κάτι με έσπρωξε να του κάνω το χατίρι.. Ήταν μήπως η ανάγκη να δείξω στον καλό μου φίλο την ευγνωμοσύνη μου για την φιλία που μου χάρισε απλόχερα; ήταν ένας δικός μου καλά κρυμμένος φόβος ότι, ίσως, δεν θα μπορούσα ποτέ να τον ξαναδώ από κοντά και δεν θα μπορούσα να του δώσω την χαρά που λαχταρούσε από μένα τόσο καιρό; Δεν ξέρω...

Πήραμε το δρόμο, ο ένας κρατούσε τον άλλο από τον ώμο, το χιόνι πηχτό απάτητο, ακούγαμε τα βήματα μας να χτυπούν την απάτητη επιφάνεια του... "bekleyin de gelmedin..." άρχισα να τραγουδάω, για να πιάσει τη ρίμα ο φίλος "sevdiğimi bilmedin». Δύο μαύρες φιγούρες στο άσπρο χιονισμένο τοπίο της λεωφόρου, μόνοι, τραγουδούσαν... " Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή να σιγοντάρει το δικό μας τραγούδι... «μα ποιός τραγουδάει;» σκέφτηκα.. «ένιωσα τον φίλο να μου σκουντά τον ώμο, να μου δείχνει ένα παράθυρο στην πολυκατοικία δίπλα.. μια φιγούρα κλασσική, Τούρκος ή Έλληνας δύσκολο να πεις από μακριά, είχε ακούσει τον σεβντά μας και πήρε τη ρίμα... σταθήκαμε, τον χαιρετήσαμε, "şöyle böyle hiç mi beni sevmedin" μας απάντησε και γύρισε να μπει στο σπίτι...Κοιταχτήκαμε και χαμογελώντας συνεχίσαμε το δρόμο μας πάνω στο απάτητο παγωμένο δάκρυ. Έτσι το έλεγε ο φίλος μου το χιόνι. Το παγωμένο δάκρυ.
Σκέφτηκα ότι αυτό που μας χωρίζει είναι ένα πέλαγος. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να είμαστε αδέλφια, δεν διαφέραμε και πολύ. Είχαμε τις ίδιες συνήθειες, τα ίδια χούγια, τις ίδιες σκέψεις, τις ίδιες αγάπες. Ζωή, φιλία, οικογένεια, μουσική, οράματα, πίστη. Ναι, πίστη. Εκείνος Αλλάχ κι εγώ Θεό. Τι σημασία έχει το όνομα, η πίστη είναι μία όποιος κι αν είσαι, όπου κι αν ζεις σε όποια γωνιά του πλανήτη, σκεφτόμουν..

Φτάσαμε αγκαλιασμένοι στο λιμάνι, τραγουδώντας το αγαπημένο μας τραγούδι. Δεν καταλάβαμε κι οι δύο πως πέρασε η ώρα.. Σε λίγο θα έφευγα για πάντα. Θα γυρνούσα πίσω στην πατρίδα και θα άφηνα τη μισή μου ζωή εκεί. Σε μια χώρα τόσο κοντά μου και τόσο μακριά μου ταυτόχρονα.

Ο Nadir, σαν να μάντεψε τις σκέψεις μου, με σκούντηξε στον ώμο. " Έλα φίλε.." μου είπε, "..μην στεναχωριέσαι. Ότι κι αν γίνει μαζί θα είμαστε. Τις μεγάλες φιλίες δεν τις χωρίζει τίποτα. Ούτε πολιτικές, ούτε στρατηγικές, ούτε καν ένα ολόκληρο πέλαγος», μου είπε και χαμογέλασε.

Ένα δάκρυ κύλησε και το σκούπισα βιαστικά, δεν ήθελα να έχει αυτή ως την τελευταία ανάμνηση από εμένα ο φίλος μου. Μας έδεναν τόσες αναμνήσεις, τόσες όμορφες στιγμές κι αυτό το δάκρυ δεν ήθελα να είναι μία από αυτές. Το κρύο ήταν τσουχτερό κι οι ανάσες μας σχημάτιζαν καπνούς στην ένωσή τους με τον παγωμένο αέρα.

« Söyle φίλε», του είπα, κοιτάζοντας τη θάλασσα που θα με ταξίδευε σε λίγη ώρα «περίμενα χρόνια να μην μας χωρίζει τίποτα, περίμενα χρόνια αυτό το πέλαγος να γίνει γέφυρα, να συναντιόμαστε στην μέση και να τραγουδάμε, άραγε θα γίνει ποτέ;» τον ρώτησα με πίκρα.

«Ένα πέλαγος δεν μπορεί να γίνει εχθρός , μόνο φίλος» μου είπε, «..κι εμείς είμαστε φίλοι και δεν μας χωρίζει τίποτα, αν δεν θέλουμε εμείς οι ίδιοι να χωριστούμε..» απάντησε συγκινημένος.

Το χιόνι έπεφτε πυκνότερο και με περισσότερη ένταση από πριν. Αγκαλιαστήκαμε και μείναμε έτσι μέχρι που γίναμε κάτασπροι , αλλά εμείς δεν νιώθαμε κρύο, ήταν βλέπεις ζεστές οι καρδιές. Δύο φίλοι που δεν θα χώριζαν ποτέ. Δυο άνθρωποι, απόγονοι μιας αιώνιας έχθρας, που έδιναν υπόσχεση αντάμωσης και αιώνιας φιλίας. Δυο ονειροπόλοι που πίστευαν ότι θα έστηναν γέφυρα να περπατήσουν πάνω μέχρι να συναντήσει ό ένας τον άλλον, στην άλλη πλευρά του πελάγους..

Μπήκα βιαστικά στο πλοίο και ανέβηκα στο κατάστρωμα. Ο ήλιος είχε ανατείλει πίσω από τα βουνά που δέσποζαν περήφανα. Η Κωνσταντινούπολη χιονισμένη φάνταζε σαν αρχόντισσα που μόλις είχε φορέσει το νυφικό της. Κοίταξα πέρα από τον ορίζοντα. Τα χρώματα της ανατολής είχαν πλέξει ένα πολύχρωμο στεφάνι, καθώς βυθίζονταν το ένα μέσα στο άλλο και όλα μαζί φώτιζαν την θάλασσα και έδιναν ζωή στον γκρίζο χειμωνιάτικο ουρανό.

Το πλοίο σφύριξε τρεις φορές και ο αντίλαλος έφτασε μέχρι τα βάθη του πελάγους. Σήκωσα το χέρι και κουνώντας το με δύναμη φώναξα στον φίλο μου.. «Soyle! şöyle» με μάτια δακρυσμένα. «şöyle böyle hiç mi beni sevmedin» , μου απάντησε.. Τα δάκρυα που κρατούσα με κόπο τόση ώρα, τώρα κυλούσαν σαν ποτάμι.. Κοίταξα το Αιγαίο και ξαφνικά μια εικόνα σχηματίστηκε μπροστά μου. Είδα μια γέφυρα που δέσποζε αγέρωχη επάνω στο περήφανο πέλαγος, μια γέφυρα που ένωνε δύο λαούς. Μια γέφυρα που ένωνε δύο φίλους. Έναν Τούρκο κι έναν Έλληνα. Τoν Nadir κι εμένα κι αναρωτήθηκα, « άραγε θα μπορέσουμε ποτέ να χτίσουμε αυτή τη γέφυρα; Θα περιμένω, είμαι σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα έρθει εκείνη η μέρα..».

Σταμάτησε την αφήγηση. Πήρε μια βαθειά ανάσα σαν ένας κόμπος να τον έπνιγε και να του στερούσε το οξυγόνο. Κοίταξε βουρκωμένος τον ήλιο που έδυε και είχε βάψει το δωμάτιο με πορτοκαλί πινελιές..και κατέληξε με πικρία, «…πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Το μόνο που μπορώ να πω πλέον είναι :"bekleyin de gelmedin"

"δηλαδή;" τον ρώτησε εκείνη με αγωνία.

«…αυτό που περίμενα, δεν ήρθε ποτέ..» της είπε, κοιτάζοντάς την με βουρκωμένα μάτια.

Έκλεισε το κασετόφωνο. Σκούπισε το δάκρυ που κυλούσε από τα μάτια της.

..μόλις είχε πάρει την πιο ανθρώπινη συνέντευξη της καριέρας της.

Σημείωση: Το παραπάνω είναι ένα κείμενο συνεργασίας με το ΑΤΟΜΟ, Γιάννη Τριανταφύλλου. Τον ευχαριστώ πολύ για τις εικόνες που μου δημιούργησε η γραπτή αφήγηση μιας τόσο συγκινητικής φιλίας.

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

"ΑΜΑ ΤΑ ΠΑΡΩ..."

08.00 Παρασκευή πρωί. Βιαστική κι αλαφιασμένη να προλάβει. Μπαίνει στο αυτοκίνητο, βάζει μπροστά τη μηχανή. Έξω βρέχει καταρρακτωδώς. Η κίνηση στους δρόμους τραγική. "Κλασσική περίπτωση", σκέφτεται, "μόλις πέσει η πρώτη ψιχάλα οι δρόμοι γίνονται ποτάμια και από τα νερά, αλλά και από τα αυτοκίνητα που πάνε σημειωτόν".

Οδηγούσε με ταχύτητα χελώνας. Έπρεπε να ήταν ήδη στη δουλειά, αλλά τέτοια όνειρα γίνονται πραγματικότητα σπανίως έως ποτέ! Στο δρόμο "πανέμορφες" εικόνες μιας "ζεστής" πόλης με "αγαπημένους" κατοίκους και ακόμη πιο "χαρούμενους" οδηγούς που μούτζωναν ο ένας τον άλλο, "καλλώπιζαν" ο μπροστινός τον πίσω με λογής λογής καλούδια όπως "ρε μα... κοίτα μπροστά σου, ηλίθιε πήρες και τιμόνι κι όποιον πάρει ο χάρος" και διάφορα κοσμητικά. Στο ραδιόφωνο ειδήσεις μιας τραγικής κατάστασης, μιας ταλαίπωρης καθημερινότητας, μιας ακόμη πιο ταλαίπωρης χώρας..Απελπισία με το "καλημέρα σας"! Αποχαυνωμένοι, ταλαίπωροι εργαζόμενοι, οδηγοί με την τσίμπλα στο μάτι. Κάποιοι από αυτούς με το κινητό στο ένα χέρι και στο άλλο το τιμόνι! Η ευσυνειδησία σε όλο της το μεγαλείο! Η απόσταση από το σπίτι στο γραφείο ήταν τέσσερα χιλιόμετρα, τα οποία διένυσε όμως σε τρία τέταρτα! Πρωινή γλυκιά καλημέρα με χαρούμενες εικόνες στους δρόμους της πόλης. Μούτζες, βρισίδια, κορναρίσματα, χειρονομίες, παρανομίες. Μια ακόμη όμορφη, πρωινή γλυκιά εικόνα λοιπόν..

Επιτέλους έφτασε στο γραφείο. Άλλος πανικός εκεί. Έγγραφα για αρχειθέτηση, σωρηδών τα emails, ασταμάτητα τα τηλέφωνα κι έξω να γίνεται κατακλυσμός Κυρίου. Άγχος, τρέξιμο, φωνές, επιστολές, διευθυντές, γραμματείς και Φαρισαίοι. Πήγε η ώρα 10 και δεν είχε φτιάξει καφέ! Είχε τρελλαθεί, είχε πάθει παράκρουση....και ξαφνικά μπαίνει στο γραφείο ένας συνάδελφος κάτι να της πει και χτυπάει το κινητό του με αυτό το τραγούδι : "άμα τα πάρω θα πάρω φόρα, θα σας ρημάξω στις κλωτσιές στην ανηφόρα!"

"Αυτό είναι"! φώναξε κι ο ανυποψίαστος συνάδελφος την κοίταξε με περίεργο βλέμμα. "Ποιό;" την ρώτησε με έκπληξη. "Αυτό το τραγούδι! Άψογο! Τα λέει όλα!" του απάντησε με ενθουσιασμό. "Κίτρινα Ποδήλατα" της είπε, "γιατί σου αρέσει τόσο"; την ρώτησε το προφανές.

"Ρωτάς γιατί;;;" του απάντησε γουρλώνοντας τα μάτια, "γιατί να μην μπορώ να ξεκινώ την ημέρα μου σε αυτήν την πόλη, την χώρα, τον πλανήτη..σαν άνθρωπος;;" του απάντησε, "Γιατί να μην έχω τη δυνατότητα να φτάσω στη δουλειά μου στην ώρα που πρέπει; Γιατί να νιώθω σαν τον Ταρζάν στην ζούγκλα κάθε πρωί οδηγώντας σε αυτούς τους δρόμους παγίδες; Γιατί να μην μπορώ να απολαύσω έναν ρημαδοκαφέ η έρμη; Γιατί, γενικώς γιατί, για όλα γιατί;;; Έλεος πια! ...και ναι! τα πήρα! κι άμα τα πάρω, θα πάρω φόρα θα σας ρημάξω στις κλωτσιές στην ανηφόρα!!" είπε. Ο συνάδελφος ξαφνιασμένος έκανε μεταβολή και ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου εξαφανίστηκε βιαστικά. "Σωστή κίνηση" είπε εκείνη και έψαξε αμέσως να βρει το τραγούδι στο utube..και νατο!

...Το τραγούδι της ημέρας και της γενικής κατάστασης που επικρατεί σε αυτή τη χώρα, που κάποιοι ονομάζουν "Ψωροκώσταινα"!

...έχουν άδικο άραγε;;;


Αφιερωμένο σε όλους τους ταλαίπωρους πολίτες αυτής της χώρας, όλων των τάξεων, πεποιθήσεων και παθήσεων! Enjoy!

"Θα πάρω φόρα" στίχοι- μουσική : Κίτρινα Ποδήλατα

"Γίναμε σκλάβοι δέκα τυπάκων που τον πλανήτη τον κρεμάνε σα μπρελόκ
Θερίζουν πλούτη και σπέρνουν πείνα, θέλουν να δουν να φτύνουμε αίμα στη ρουτίνα
Νοιάζονται τόσο για τα παιδιά σου, τους ψηφοφόρους που χεις μέσα στην κοιλιά σου
Θα τους σπουδάσουν, δουλειά να πιάσουν και με ρουσφέτια υποκλίσεις να χορτάσουν

Μα εγώ θα ζήσω μέσα στη μέρα, θέλω τα χέρια να σηκώνω στον αέρα
Θέλω τον ήλιο και οξυγόνο κι αυτό το μέλλον με ελπίδα ανταμώνω
Θέλω οξυγόνο, θέλω να ζήσω, θέλω να ζήσω, ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΩ!

Κι άμα τα πάρω, θα πάρω φόρα, θα σας ρημάξω στις κλωτσιές στην ανηφόρα
Άμα τα πάρω δε θα μπορέσουν δυο διμοιρίες από ΜΑΤ να με βολέψουν
Κι έτσι πλανιέμαι, έτσι ξεχνιέμαι, κρύβομαι μέσα μου και κάνω πανικό
Έτσι πλανιέμαι, έτσι ξεχνιέμαι, τη φαντασία μου χορεύω στο κενό

Αξιοπρέπεια κι αρχές λείπουν ταξίδι και την καρδιά μας που διψά ποτίζουν ξίδι
Ματαιόδοξοι μασόνοι κυβερνάνε μα οι μεγάλοι χορηγοί που πολύ μας αγαπάνε
Θα μας γλιτώσουν, είναι σπουδαίοι! Θα μας αφήσουν να ρημάξουμε στα βράχια τελευταίοι
Δημοκρατία κι αξιοκρατία πλέον πωλούνται σε πανέρια σε ευκαιρία!
Μα εμείς πονάμε αυτό τον τόπο, σφίγγουμε δόντια και λουριά για την Ελλάδα ρε γαμώτο
Νομίζουμε ποτέ δε θα μιλάμε, όμως τα πρόβατα τους λύκους θα τους φάνε!

Μα εγώ θα ζήσω μέσα στη μέρα, θέλω τα χέρια να σηκώνω στον αέρα
Θέλω τον ήλιο και οξυγόνο κι αυτό το μέλλον με ελπίδα ανταμώνω
Αχ Ελλάδα σ αγαπώ και βαθιά σ ευχαριστώ που με έμαθες ποτέ να μην κωλώνω!"

Μπράβο στα παιδιά!

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

"ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ.."

"Γιατί;;Ρωτάς γιατί;" του απάντησε έκπληκτη, "γιατί δεν έκανα αυτά που λαχταρούσα! Γιατί δεν έζησα την ζωή που ήθελα! Γιατί έκανα επιλογές που στην πορεία αποδείχθηκαν περίτρανα ότι ήταν λανθασμένες! Ναι, ξέρω ότι ήταν δικές μου και πρέπει να πληρώσω το τίμημά τους, όμως γιατί τόσο σκληρά και γιατί τόσο μοναχικά; Αλήθεια, είμαι ο μόνος άνθρωπος πάνω στη γη που το κατάφερε αυτό; Δεν υπάρχουν άλλοι; κι αν υπάρχουν, που είναι;;"
To παραλήρημα της ήταν χειμαρρώδες. Οι σκέψεις άρθρωναν σκληρό και συνάμα τόσο τραγικά ειπωμένο λόγο, που εκείνος σάστισε στο άκουσμά τους.

Την κοίταξε με βλέμμα που φανέρωνε συμπόνια.

«Ελπίδα», της είπε , "μην αναρωτιέσαι. Υπάρχουν παντού, γύρω σου. Είναι δίπλα σου όταν δουλεύεις, όταν περπατάς στους δρόμους της πόλης, όταν διαβάζεις ένα βιβλίο, όταν ακούς θορύβους την νύχτα από διπλανά σπίτια. Είναι κάποιοι που σκέφτονται όπως εσύ, που λαχταρούν όπως εσύ, όμως είναι μοναχικό το ταξίδι των επιλογών. Ο καθένας το κάνει για τον εαυτό του. Μη στεναχωριέσαι λοιπόν. Έκανες πράγματα που άξιζαν και που πρέπει να είσαι περήφανη γι΄αυτά, απλά τώρα δεν τα μετράς, δεν τους δίνεις την αξία που τους πρέπει. Ίσως έγιναν γιατί αυτά ήταν γραμμένα στο δικό σου βιβλίο.
Ξέρεις, λένε ότι οι Μοίρες όταν ραίνουν το νεογέννητο στην κούνια του, του χαρίζουν ένα βιβλίο. Το βιβλίο αυτό έχει σε κάθε σελίδα ένα τίτλο. Όπως για παράδειγμα, « Παιδικά Χρόνια» ή « Πρώτη Αγάπη» και πρέπει ο κάθε ένας μας να συμπληρώσει τα κεφάλαια αυτά σύμφωνα όμως με το πρόσταγμα της δικής του Μοίρας. Το τέλος είναι γραμμένο από την Μοίρα. Η εξέλιξη γράφεται από τον καθένα από εμάς σύμφωνα με τα δικά του μέτρα και σταθμά. Έτσι έγινε και με εσένα. Έγραψες τη δική σου ιστορία σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου, όπως όλοι. Εσύ όμως, σε κάθε κεφάλαιο ήθελες άλλο τέλος από αυτό που σου όρισαν οι Μοίρες. Δημιούργησες πράγματα που δεν τα εκτίμησες. Όταν θα έρθει η ώρα της αποτίμησης, θα βγουν μπροστά και τότε τα δάκρυα θα κυλήσουν για άλλο λόγο. Θα είναι δάκρυα θλίψης γιατί δεν εκτίμησες όλα αυτά που έχεις κάνει, αυτά που είναι η περιουσία της ψυχής σου και θα αφήσεις πίσω σου μη προλαβαίνοντας να τα χαρείς. Μη ρωτήσεις "γιατί" η απάντηση είναι απλή. Γιατί λαχταρώντας όλα τα άλλα, τα άπιαστα και τα αδύνατα, δεν έδωσες ποτέ στα χειροπιαστά και αληθινά δικά σου την πρέπουσα σημασία. Αγάπησέ τα λοιπόν, είναι ώρα! Πάψε να μοιρολογείς για όσα δεν έκανες και ξεκίνα να χαίρεσαι όλα όσα εσύ δημιούργησες!"

H Ελπίδα σάστισε με τα λόγια του. Τα θλιμμένα μάτια της κοίταξαν τα δικά του.
Με μιας τα δάκρυα που πριν έσκαβαν το πρόσωπό της και σχημάτιζαν αλμυρά ρυάκια στα μάγουλα και στο λαιμό της, σταμάτησαν να κυλούν.

« Τα είπες όλα!» ψιθύρισε με έκπληξη και παραδοχή συνάμα. «Είναι αλήθεια όπως ακριβώς τα περιέγραψες! Ζητούσα, λαχταρούσα, ήθελα και δεν χόρταινα με τίποτα! Ότι είχα κάνει, ότι είχα γράψει στο δικό μου βιβλίο ήταν κάτι ανύπαρκτο και ανούσιο για μένα, δυστυχώς.! Δεν έδωσα ποτέ στα δικά μου την αξία που τους έπρεπε και να, τώρα δα, είναι σαν να τα βλέπω να με κοιτούν με παράπονο, σαν να αποζητούν την αγάπη και την παραδοχή μου, όπως ένα παραμελημένο παιδί αποζητά την αγάπη των γονιών του.. Αλήθεια, πως έχασα τον δρόμο μου; Ποιες ουτοπίες με μάγεψαν; Γιατί κοιτούσα τα μακρινά και απάτητα τοπία, ενώ ο παράδεισος ήταν μπροστά μου;»

«Έτσι ακριβώς!» της απάντησε χαμογελώντας. «Είδες πόσο εύκολο είναι τελικά;»

Η Ελπίδα χαμογέλασε.

«Ναι, έχεις δίκιο», του είπε «στην αρχή μου φαινόταν τόσο δύσκολο, σαν να έπρεπε να σκαρφαλώσω στο Έβερεστ χωρίς σχοινί διάσωσης! Άκουγα διάφορα αλλά δεν πίστευα. Μέχρι που σε γνώρισα και διαπίστωσα πόσο άδικο είχα τόσο καιρό που δίσταζα και απέφευγα τη συνάντησή μας. Είσαι τόσο καλός μαζί μου, με ανεβάζεις ψηλά, στα αστέρια. Μαζί σου ξεχνώ τα πάντα! Προβλήματα, στεναχώριες, εμπόδια. Με δυο λέξεις σου, μπορείς και απαλύνεις τον πόνο μου, μπορείς να ηρεμείς το φουρτουνιασμένο μυαλό μου, την πληγωμένη καρδιά μου. Είσαι ανεκτίμητος για μένα! Δεν θέλω να σε χάσω!»

«Δεν θα με χάσεις» της απάντησε, «Αρκεί να το θες. Αν έρχεσαι στα ραντεβού μας και δεν βρίσκεις δικαιολογίες κάθε φορά, όλα θα πάνε καλά, θα δεις» της είπε με σιγουριά.

«Θα έρχομαι, στο υπόσχομαι αρκεί να μπορείς να με ακούς, να με συμβουλεύεις και να με αντέχεις» , του είπε.

«Η δουλειά μου είναι αυτή» της απάντησε και κάνοντας ένα νεύμα της έδειξε το ρολόι.

«Τέλειωσε ο χρόνος μας για σήμερα Ελπίδα.», της είπε, « Έχουμε ραντεβού την Παρασκευή πάλι την ίδια ώρα. Κάνε τις ασκήσεις ψυχικής ανάτασης που σου συνέστησα και θα πας μια χαρά».

Η Ελπίδα σηκώθηκε από τον καναπέ , πλησίασε στο γραφείο και ανοίγοντας το πορτοφόλι της του είπε:

«Ορίστε τα 100 ευρώ , ελπίζω ως την Παρασκευή να μην έχει αυξηθεί η επίσκεψη, γιατί αρχίζεις και μου γίνεσαι ασύμφορος γιατρέ» του απάντησε με νόημα.

Γέλασαν κι οι δύο δυνατά . «Όχι, μέχρι την Παρασκευή σίγουρα! Μετά δεν υπόσχομαι τίποτα!», της απάντησε κλείνοντάς της το μάτι.

«Α, ναι;» , του είπε με χαμόγελο, « λοιπόν γιατρέ, μη με βάζεις στη διαδικασία νέων σκέψεων, γιατί μετά θα χρειάζομαι κι άλλον ψυχολόγο!»

Γέλασαν κι οι δύο προχωρώντας προς την έξοδο του ιατρείου.

«Λοιπόν, Ελπιδάκι», της είπε την ώρα που της άνοιγε την πόρτα, «την Παρασκευή όπως είπαμε. Πάρε τα πάνω σου κι όλα θα περάσουν».

«Αυτό θα κάνω», του απάντησε χαιρετώντας τον.

Περπάτησε ως το αυτοκίνητό της. Το δροσερό αεράκι της έδινε άλλη πνοή και έδιωχνε τα σύννεφα που είχαν βρει θρόνο στις σκέψεις της καιρό τώρα.

«Επιτέλους», ψιθύρισε χαρούμενη. «Ένας ψυχολόγος είναι το καλύτερο φάρμακο. Ποιές αγάπες, σύντροφοι, φίλοι, κολλητοί, αδέλφια, ξαδέλφια, συγγενείς κλπ. Που να τους βρεις όταν τους χρειάζεσαι; Όλοι τρέχουν , έχουν δουλειές και κανείς δεν έχει την δική σου όρεξη. Εδώ δεν έχουν τη δική τους όρεξη, την δική σου θα έχουν; Όλοι είμαστε κλεισμένοι στα καβούκια μας και δεν μιλάμε ούτε στον εαυτό μας. Φοβόμαστε τα πάντα και τους πάντες! Τον εαυτό μας δε, πιο πολύ από όλους»! είπε με πικρία,
"Ναι, ψυχολόγος και πάλι ψυχολόγος! Πληρώνεις για να σε ακούει, σου λέει κι αυτά που ήδη ξέρεις, στο τέλος επιβεβαιώνεσαι σαν άνθρωπος, ανεβαίνεις, κι όλα καλά!» γέλασε ειρωνικά με τα λεγόμενά της.

Πάτησε το γκάζι κι έβαλε τέρμα στο ραδιόφωνο το αγαπημένο της τραγούδι.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

"O ΨΕΥΤΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ"


Σημείωση: Το κείμενο "ζωντάνεψε" στο μυαλό μου ακούγοντας αυτή τη μουσική. Προτείνω να την ακούτε την ώρα που το διαβάζετε. Θα καταλάβετε το γιατί....


Nύχτα. Βαθύ σκοτάδι. Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα σχηματίζοντας ρυάκια μολυσμένου νερού και λάσπης στους βρώμικους δρόμους της πόλης. Προχωρούσε με βήμα γοργό, βιαστικός, με σκυμμένο κεφάλι. Καμμία σκέψη δεν είχε χώρο στο μυαλό του. Μόνο αυτή, η δική της σκέψη. Αυτή κρατούσε την υπάρξή του ζωντανή, αυτή και την ανάσα του.

Έπρεπε να την βρει. Σήμερα. Τώρα. Αυτή την στιγμή πριν να είναι αργά. Μόνο με αυτήν θα μπορούσε να ζήσει άλλη μία μέρα. Μόνο μαζί της θα μπορούσε να συνεχίσει κι αύριο το ίδιο ταξίδι. Την λαχταρούσε το κορμί του, η σκέψη του, η ανάσα του, όλο του το είναι!

Το βήμα έγινε πιο γρήγορο, οι εικόνες στο μυαλό του είχαν το σχήμα της, την μυρωδιά της, την αίσθησή της. Η ανάσα του κοβόταν, η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελλή μα εκείνος συνεχίζε, έτρεχε όλο και πιο γρήγορα! Του είχαν πει ότι θα την έβρισκε σε εκείνο το μπαρ κι εκεί πήγαινε.

"Τρέξε! Λίγο ακόμη, λίγη ακόμη δύναμη, λίγη ακόμη αντοχή..", ψιθύριζε στον εαυτό του, "Τρέξε! Λίγο ακόμη και θα είναι δική σου! λίγο ακόμη, μια μέρα, μια στιγμή, μια ανάσα, ένας χτύπος, μια ελπίδα , μια λαχτάρα..για λίγη ζωή ακόμη. Τη ζωή που μόνο αυτή μπορεί να σου δώσει..", μονολογούσε απελπισμένος.

Το φως στο μπαρ που αναβόσβηνε ήταν το σημείο συνάντησης. Μπήκε μέσα με κομμένη την ανάσα. Το σώμα του πονούσε, τα μάτια του είχαν θολώσει, η καρδιά του είχε χάσει το ρυθμό της, το μυαλό είχε φύγει. "Λίγο ακόμα.." ψιθύρισε, "λίγο ακόμα..."

Μπήκε στο δωμάτιο που ήταν πίσω από το μπαρ. Ο ψηλός σωματώδης τύπος του έγνεψε και προχώρησε μέσα. Πίσω απο το γραφείο καθόταν αυτός. Ο σωτήρας του, αυτός που του έδινε τα τελευταία χρόνια ζωή, αυτός που θα του την έδινε και τώρα.

" Πόσο κάνει;" τον ρώτησε με αγωνία.

Ο "σωτήρας" τον κοίταξε με σκοτεινό βλέμμα, σαν να του έδινε υπόσχεση θανάτου.

"Πόσα έχεις;" του απάντησε.

"Έχω όσα χρειάζονται!" είπε εκείνος κοφτά.

"150 για σήμερα, ειδική τιμή για σένα" του απάντησε γελώντας ειρωνικά.

"Πάρτα, και δώστη μου όλη!" είπε με σιγουριά δίνοντάς του τα χρήματα.

Ο "σωτήρας" του έδωσε το φακελάκι με την άσπρη σκόνη και κοιτώντας τον με θανατηφόρο βλέμμα του είπε:

"Μικρέ, όχι όλη με τη μία. Είναι καθαρή και αν την κάνεις όλη θα πας μια κι έξω. Δίνε του τώρα" τον διέταξε.

Βγήκε έξω λαχταρώντας να την κάνει δική του. Αυτή ηταν η ζωή του όλη! Αισθήματα, πόθοι, άνθρωποι, αναμνήσεις, παιδικά χρόνια, τα παιχνίδια του, τα βιβλία του, οι συμμαθητές του, τα πάρτυ, τα ξενύχτια, οι πλάκες, οι φίλοι, τα κορίτσια, τα ποτά, οι σπουδές, τα πτυχία, οι έπαινοι, τα όνειρα, οι στόχοι, οι ελπίδες, όλα ήταν αυτή! Αυτή θα τον ζωντάνευε πάλι, αυτή θα τον έκανε να σταθεί στα πόδια του ξανά για άλλη μια μέρα, άλλη μια νύχτα, άλλη μια ανάσα. Αυτή, τα πάντα και όλα αυτή. Η δόση του.

Μπήκε σε ένα εγκαταλελειμένο σπίτι σαν το αγρίμι που το κυνηγούν οι θηρευτές του, ένα σπίτι γνωστό στέκι "ελπίδων" για πολλούς σαν κι αυτόν. Έκατσε στο πάτωμα που ήταν διάσπαρτο ενέσεις, ξεραμένα αίματα κι περιττώματα. Σήκωσε το μανίκι, και χτύπησε την ένεση της ψεύτικης ζωής στη φλέβα. Καυτός θάνατος χύθηκε σε όλο του το κορμί, τον διαπέρασε, τον κατέκτησε. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, το σώμα όμως μούδιασε. Το μυαλό άδειασε. Ξάπλωσε στο πάτωμα, πάνω στα περιττώματα και στα ξεραμένα αίματα, δίπλα στις χρησιμοποιημένες ενέσεις.

Εικόνες της ζωής του πέρασαν σαν ταινία μπροστά στα μάτια του. Η μάνα του , ο πατέρας του κι ο άρρωστος αδελφός του. Η μάνα έκλαιγε γοερά. "Γιατί το κάνεις παιδάκι μου; γιατί;" ρωτούσε με λυγμούς. "Φεύγω μάνα", ψιθύρισε εκείνος, "Το όνειρο δεν το άγγιξα ποτέ. Το προλαβαίνω τώρα, το φτάνω, είμαι τόσο κοντά που σχεδόν μπορώ να το αγγίξω" της απάντησε λες και ήταν δίπλα του. Άπλωσε το τρεμάμενο χέρι του προσπαθώντας να αγγίξει την εικόνα που έβλεπε μπροστά του, την παραίσθηση. Έβλεπε ότι πετούσε, ότι ήταν χαρούμενος όπως όταν ήταν μικρός, όπως όταν έπαιζε με τα στρατιωτάκια του. Χαμογέλασε.

Χτύπησε μια ακόμη φορά την ένεση, μέχρι να αδειάσει και η τελευταία σταγόνα θανάτου στη φλέβα του. Εκλεισε τα μάτια κι ένα δάκρυ κύλησε μέχρι που έφτασε στο λακάκι στο λαιμό του.. κι εκεί πάγωσε. Η ανάσα έσβησε, η καρδιά σταμάτησε.

Είχε πλησιάσει το όνειρό του.. περπατώντας όμως σε ψεύτικο δρόμο.

Κυριακή, 04 Οκτωβρίου 2009

" Η ΦΥΓΗ "

Το είχε αποφασίσει, θα έφευγε! Έβαλε τα ρούχα της σε μία βαλίτσα, λίγα και απαραίτητα. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει. Δεν την ένοιαζε τι θα έπαιρνε ή τι θα άφηνε απλά μόνο να έφευγε μακριά, όσο πιο μακριά μπορούσε!

Είχε ολόκληρη ζωή πίσω της. Οικογένεια, παιδί, σύζυγο, φίλους κι ατελείωτες υποχρεώσεις, όμως είχε φτάσει στα όριά της. Είχε τα πάντα, εκτός από τον εαυτό της. Αυτόν τον είχε παραμελήσει . Τον είχε αφήσει σε μία γωνία μόνο και απαρηγόρητο. Είχε ξεχάσει ότι ήταν άνθρωπος, είχε ξεχάσει ότι ζούσε.. Πολλές φορές κοιτώντας στον καθρέπτη έβλεπε μια άλλη. Η παλιά της εικόνα, αυτή της όμορφης, χαρούμενης αισιόδοξης παρουσίας , είχε ξεθωριάσει και στα μάτια και στην ψυχή της. Έφταιγε, ναι ,έφταιγε γιατί είχε αφήσει να συμβεί αυτό . Είχε επιτρέψει να ξεθωριάσει, είχε επιτρέψει να ξεχαστεί. να χαθεί μέσα στα πρέπει , στους συμβιβασμούς στις υποχρεώσεις που δεν της άφηναν χρόνο αλλά ούτε και διάθεση να «βγάλει βόλτα» την ψυχή της. Έτσι την άφησε εκεί, μόνη σε ένα σκοτεινό δωμάτιο που όσο περνούσε ο καιρός τόσο αποξενωνόταν και κάθε μέρα όλο και περισσότερο ξεθώριαζαν τα χρώματά της.

Την απόφαση την δούλευε καλά στο μυαλό της καιρό τώρα. Κάθε της ανάσα, κάθε της σκέψη την πήγαινε όλο και πιο κοντά στο ρίσκο. Στο ταξίδι χωρίς γυρισμό. Το ήξερε ότι αυτή η φυγή δεν θα είχε επιστροφή. Πως θα μπορούσε άλλωστε; Όταν αφήνεις πίσω τη ζωή σου που την μοιράζεσαι με άλλους ανθρώπους, με σύζυγο και παιδί , ξέροντας πως δεν είναι τίμιο αυτό που κάνεις, ξέρεις ταυτόχρονα ότι δεν θα είναι τίμιο να επιστρέψεις. Οι πληγές που θα τους δημιουργήσει αυτή η φυγή θα μείνουν ανεξίτηλες και θα σκάβονται όλο και πιο βαθειά στην ψυχή με το πέρασμα των χρόνων. Είναι γεγονός πως η απουσία όσων αγαπάμε δεν ξεθωριάζει με τον χρόνο, αντιθέτως γίνεται όλο και πιο αισθητή, πιο δυνατή. Βγάζει κραυγές που η ηχώ τους δεν σβήνει. Περνάει μέσα από τα όρια του χρόνου, χτυπάει στα τοιχώματά του και επιστρέφει σε εμάς δυνατότερη και απελπιστικά πιο σπαρακτική. Πόσο μάλλον όταν αυτή η απουσία είναι ηθελημένη.

Εφόσον λοιπόν αποφάσισε να κάνει την ατιμία, γιατί ήξερε ότι αυτή ήταν η λέξη που χαρακτήριζε την απόφασή της να φύγει, έπρεπε να αναλάβει και το κόστος της απόφασής της. Να μη γυρίσει ποτέ, όσο κι αν ίσως κάποια στιγμή να το θέλει.

Τα ήξερε όλα αυτά, τα είχε σκεφτεί. Όμως, πως μπορούσε να καταπιέσει πάλι για άλλη μία φορά την ψυχή της; Ήδη της είχε κάνει μεγάλο κακό. Αν έμενε κι άλλο θα την έχανε για πάντα. Αναρωτιόταν τι άραγε θα μπορούσε να προσφέρει και τι θα μπορούσε να χαρεί με άδεια ψυχή; Μία ήταν η λύση.. Η φυγή! Η φυγή, λένε, είναι το φάρμακο των αδύναμων κι αυτή ποτέ της δεν ήταν αδύναμη! Ούτε κι όταν, μικρό παιδί ακόμα. έχασε τον πατέρα της σε εργατικό ατύχημα κι έπρεπε να πάρει αυτή τα ηνία της οικογένειας. Έπρεπε να δουλέψει για να την συντηρεί, μιας και δεν έφτανε ο πενιχρός μισθός της μητέρας της, ενώ ταυτόχρονα φοιτούσε σε νυχτερινό σχολείο. Έτσι είχε μάθει από μικρή, να παλεύει έστω κι αν ήξερε ότι ίσως στο τέλος θα έχανε το παιχνίδι.

Τώρα όμως έπρεπε να κάνει αυτό που δεν φανταζόταν ότι θα μπορούσε να κάνει ποτέ. Να πληγώσει τους ανθρώπους που αγαπούσε. Περισσότερο από όλους το ίδιο της το παιδί, εγκαταλείποντάς το! Είχε φτάσει στα όριά της κι ήξερε πολύ καλά ότι αν έμενε, στην ουσία πάλι θα απουσίαζε. Θα ήταν και πάλι μια ακόμη ατιμία, απλά αυτή τη φορά θα ήταν με το προκάλυμμα του γάμου και της αρμονικής οικογενειακής ζωής. Πόσοι άνθρωποι άραγε δεν ζουν συμβατικά μόνο και μόνο γιατί έτσι πρέπει, είτε γιατί το επιβάλλουν οι κανόνες της κοινωνίας, είτε γιατί υπάρχουν παιδιά που θα πληγωθούν. Έτσι, μένουν σε έναν γάμο για το θεαθήναι, ενώ στην ουσία απουσιάζουν από αυτόν.
«Άραγε τι είναι πιο τίμιο;» αναρωτήθηκε, «Να μένεις σε έναν γάμο συμβατικά και να κάνεις την ζωή που θα ήθελες στο παρασκήνιο κοροϊδεύοντας τους γύρω και τον ίδιο σου τον εαυτό ή να πάρεις την απόφαση να περπατήσεις τον δρόμο της φωτιάς , αυτόν που προστάζει η ψυχή σου; Nα τον περπατήσεις μόνος, επωμιζόμενος όλες τις ευθύνες που ακολουθούν αυτή την απόφαση;» αναρωτήθηκε ξέροντας όμως ότι η απάντηση ήταν η πράξη που μόλις θα έκανε.. Η φυγή.

Έβαλε στην βαλίτσα την φωτογραφία της κόρης της , αυτή από τα τελευταία της γενέθλια. Δίπλωσε το γράμμα , το έβαλε σε έναν λευκό φάκελο κι έγραψε απ’ έξω «σε σένα και στην κόρη μας».. Tρεις φράσεις μόνο υπήρχαν σε αυτό το γράμμα. Τρεις φράσεις που δεν εξηγούσαν τίποτα στους αγαπημένους της, λες και τους έκανε χάρη να τις γράψει:
« Φεύγω γιατί δεν αντέχω άλλο! Μη με ψάξεις. Να προσέχεις το παιδί.»

Άφησε το φάκελο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Προχώρησε προς την πόρτα. Δεν είχε ξημερώσει ακόμη και το σκοτάδι ήταν πυκνό έξω. Γύρισε και κοίταξε το χώρο που μέχρι πριν λίγο φιλοξενούσε τα όνειρα, τις επιθυμίες, την ίδια της τη ζωή. Χαμογέλασε πικρά κι ένα δάκρυ κύλησε από τα λυπημένα μάτια της.

«Δεν υπάρχει γυρισμός» ψιθύρισε, σαν να ήθελε να το πιστέψει η ίδια περισσότερο.

Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στη νύχτα βιαστικά , πριν στείλει ο ήλιος τις πρώτες ζεστές του αχτίδες στην μικρή αυτή άκρη του κόσμου..Ενός κόσμου που πλέον δεν ήταν δικός της.


Είκοσι πέντε χρόνια μετά.


«Μπαμπά, κοίτα! Επιτέλους! Διορίστηκα! Είμαι πολύ χαρούμενη!!!»

Ο Δημήτρης την κοίταξε με έκπληξη. Δεν πίστευε στα αυτιά του! Η κόρη του είχε κάνει τεράστιες προσπάθειες για να καταφέρει αυτό που μόλις του ανακοίνωσε!

«Αλήθεια Χαρά μου;; Λες αλήθεια;; Μη με κοροϊδεύεις, γιατί δεν θα το αντέξω κι αυτό!», απάντησε ο Δημήτρης με αγωνία.

«Ναι πατέρα!!» φώναξε εκείνη, « Κοίτα! Επιτέλους, θα μπορώ να προσφέρω στους ανθρώπους αυτό για το οποίο πάλεψα , αυτό που αγαπώ! Περίθαλψη, ιατρική φροντίδα σε όσους έχουν ανάγκη!», ανακοίνωσε περιχαρής κρατώντας το πολυπόθητο χαρτί ψηλά στον αέρα.

Η Χαρά είχε μεγάλη αγάπη στην Ιατρική. Μετά από πολλούς αγώνες και της ίδιας, αλλά και του πατέρα της κατάφερε να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα.

Ο Δημήτρης ήταν ένας απλός άνθρωπος του μεροκάματου, ηλεκτρολόγος στο επάγγελμα, όμως λάτρευε τόσο την κόρη του που έγινε στήριγμά στον αγώνα της για την επίτευξη του στόχου της, την Ιατρική. Δούλευε μερόνυχτα . Γιορτές και αργίες τις είχε ξεχάσει, άλλωστε δεν ήθελε να τις θυμάται. Στο σπίτι πλέον, τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια. δεν τον περίμενε κανείς. Γιορτές, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, ήταν μόνος. Η Χαρά σπούδαζε στην Αγγλία κι έτσι, ακόμη και τις γιορτές, προτιμούσε να εργάζεται οπουδήποτε τον καλούσαν. Μετά την φυγή της γυναίκας του , δεν υπήρχε τίποτα πλέον γι’ αυτόν πέρα από την Χαρά του. Η αιτία της ύπαρξής του ήταν η κόρη του και μόνο αυτή.

«Δώσε μου βρε άτιμο πλάσμα το χαρτί! Μη με βασανίζεις άλλο!», της φώναξε και αμέσως εκείνη έτρεξε πάνω του. Πατέρας και κόρη αγκαλιάστηκαν και άρχισαν να χοροπηδούν σαν μικρά παιδιά που μόλις πήραν το πιο όμορφο δώρο από τον Άγιο Βασίλη.

«Ας το γιορτάσουμε!» φώναξε ο Δημήτρης. «Κερνάω σουβλάκια!»

«Χα! χα!..βρε μπαμπά, με σουβλάκια νομίζεις ότι θα την βγάλεις ;»

«Πάμε όπου θες Χαρά μου, σήμερα έχουμε μεγάλες χαρές!!»

Κι έτσι πατέρας και κόρη, με αυτό τον απλό τρόπο, γιόρτασαν το πιο χαρμόσυνο γεγονός που συνέβη στη ζωή τους τα τελευταία χρόνια.
Ο διορισμός την Χαράς ήταν γεγονός. Σύντομα ένα νέο ξεκίνημα θα την περίμενε, αλλά και μια έκπληξη που θα της άλλαζε τη ζωή..

Μια εβδομάδα μετά.

Το πιο όμορφο πρωινό της ζωής της ήταν αυτό! Ένα πρωινό που σηματοδοτούσε το πιο αισιόδοξο ξεκίνημα. Οι σκέψεις της καθώς οδηγούσε προς το Ίδρυμα Ψυχικών Νοσημάτων , από σήμερα ο χώρος εργασίας της, ήταν οι πιο ελπιδοφόρες, αυτές που περίμενε χρόνια τώρα. Πάρκαρε στον προαύλιο του Ιδρύματος και προχώρησε προς το εσωτερικό του , χαζεύοντας παράλληλα τον χώρο. Κατά την είσοδό της στο εσωτερικό του κτιρίου μια ανδρική φωνή την υποδέχθηκε. Ήταν ο διευθυντής του Ιδρύματος:

«Καλημέρα σας! Καλώς ορίσατε και καλή σταδιοδρομία σας εύχομαι.»!

« Σας ευχαριστώ θερμά κύριε διευθυντά και σας υπόσχομαι να ανταποκριθώ επάξια στα καθήκοντά μου βρισκόμενη πάντα δίπλα στους ασθενείς και σε όσους με έχουν ανάγκη»!

Ο διευθυντής του Ψυχιατρικού Ιδρύματος χαμογέλασε και με μια εγκάρδια χειραψία καλωσόρισε επισήμως την νεοφερμένη επιστήμονα. Είχε ακούσει τα καλύτερα γι΄ αυτή την κοπέλα. Το βιογραφικό της ήταν χάρμα οφθαλμών, όπως κι η ίδια φυσικά..

«Εδώ είναι το γραφείο σας» της είπε, παρουσιάζοντάς της παράλληλα το χώρο «για οτιδήποτε χρειαστείτε, μη διστάσετε να με ενημερώσετε. Εμείς εδώ στηρίζουμε τους συναδέλφους, ειδικά τους νεοφερμένους και αξιόλογους όπως εσείς. Ότι χρειαστείτε λοιπόν στη διάθεσή σας!»

«Σας ευχαριστώ, απάντησε με ικανοποίηση η Χαρά. Σας υπόσχομαι να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου και να υπηρετήσω πιστά και ευσυνείδητα αυτό για το οποίο πάσχισα τόσα χρόνια και φυσικά λατρεύω. Τον άνθρωπο», απάντησε με περηφάνια εκείνη.

«Είμαι σίγουρος πως αυτό θα κάνετε!» της απάντησε χαμογελώντας και κάνοντας μεταβολή κατευθύνθηκε προς το γραφείο του.

Η Χαρά έμεινε μόνη . Περιεργάστηκε το χώρο και πήρε θέση στο γραφείο της. Ένα νέο ξεκίνημα, μια καινούργια ζωή, η ζωή της ως γιατρού, άρχιζε μόλις τώρα. Το χαμόγελο της ευτυχίας σχηματίστηκε στα χείλη της. Άνοιξε τον φάκελο με τα ονόματα των ασθενών που θα είχε υπό την εποπτεία της κι άρχισε να διαβάζει το ιστορικό τους. Αυτό όμως το άψυχο χαρτί με τα ονόματα, έμελλε να ζωντανέψει το παρελθόν της και να χαράξει το μέλλον της οριστικά και αμετάκλητα..

Aρκετές ημέρες μετά..

Η κυρία με τα γκρίζα μαλλιά και τα θλιμμένα μάτια καθόταν πάντα στον κήπο εκείνη την γλυκιά ώρα του σούρουπου.. Κρατούσε στο χέρι της ένα βιβλίο, το οποίο όμως σπάνια την είχε δει να το διαβάζει. Κάποιες στιγμές το άνοιγε σε μια συγκεκριμένη σελίδα, το κοιτούσε και έτσι ξαφνικά τα δάκρυα ξεχύνονταν σαν ορμητικοί χείμαρροι από τα θλιμμένα μάτια της. Στη συνέχεια κάτι ψιθύριζε, έκανε μια κίνηση σαν να χάιδευε το άψυχο βιβλίο και το ξανάκλεινε. Και τότε, όπως έτσι ξαφνικά άρχιζαν όλα, το ίδιο ξαφνικά τελείωναν. Τα δάκρυα που πριν κυλούσαν ασταμάτητα στέρευαν, οι λυγμοί που την έκαναν να τραντάζεται ολόκληρη σταματούσαν και το βλέμμα ξαναγυρνούσε στην προηγούμενη κατάστασή του. Στο πλήρες κενό. Έτσι ξαφνικά, σαν να πατούσε κάποιος αόρατος χειριστής ένα κουμπί και η ανθρώπινη μαριονέτα υπάκουε στις εντολές του. Ξεκίνημα, σταμάτημα. Αρχή και τέλος.

Η Χαρά την είχε παρατηρήσει άπειρες φορές. Διαβάζοντας το ιστορικό της ήξερε ότι η γυναίκα αυτή στην ουσία ήταν πολύ νεώτερη σε ηλικία από ότι φαινόταν. Στα 55 της φαινόταν ήδη μια δεκαετία μεγαλύτερη.. Τα γκρίζα μαλλιά, το γερασμένο πρόσωπο, η άρνηση για ζωή και για επικοινωνία κάθε είδους, φαινόταν στα μάτια της. Δεν είχαν ελπίδα, ήταν μάτια νεκρού, μάτια χωρίς ψυχή. Την Χαρά όμως , όποτε την εξέταζε, αυτά τα μάτια την άγγιζαν. Έβλεπε μέσα τους πολλά πράγματα. Έβλεπε μέσα τους βαθειά συναισθήματα που όμως ένιωθε πως είχαν φυλακιστεί σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και δεν μπορούσαν να βρουν την έξοδο προς το φως.. Ήταν περίεργο, αλλά αυτά τα μάτια κάτι της θύμιζαν, της έδιναν την αίσθηση ότι κάποτε τα είχε λατρέψει σαν να τα ήξερε από την πρώτη της ανάσα…Το χειρότερο όμως όλων ήταν η παραμόρφωση στο πρόσωπό της. Αυτή τη γυναίκα είχε πέσει θύμα ενός παράφρονα άνδρα που την βασάνιζε, την κακοποιούσε και την εκμεταλλευόταν. Στην τελευταία πράξη το δράμα της ζωής της είχε σαν επίλογο την πυρπόληση. Ναι, ο διεστραμμένος νους του «συντρόφου της», τον όπλισε να βάλει το σχέδιό του σε πράξη. Ενώ λοιπόν εκείνη κοιμόταν, την έλουσε με βενζίνη , άναψε ένα σπίρτο και η γυναίκα αυτή έγινε παρανάλωμα. Ενώ εκείνη ούρλιαζε από τους τρομερούς πόνους κι εκλιπαρούσε, εκείνος παρακολουθούσε γελώντας. Όταν τελικά αποφάσισε να σβήσει την φωτιά από το κορμί της, ήταν ήδη αργά. Οι σάρκες της κρέμονταν καρβουνιασμένες και οι πληγές της ήταν τόσο βαθιές, που μπορούσες να δεις τα οστά της σε κάποια σημεία. Την μετέφερε στο πλησιέστερο νοσοκομείο, και εξαφανίστηκε μην αφήνοντας κάποιο στοιχείο για το άτομό της, ούτε φυσικά για τον ίδιο. Οι γιατροί που την ανέλαβαν στα εξωτερικά ιατρεία δεν ασχολήθηκαν με το ποιός, πότε και γιατί, δεν ήταν εξάλλου η δουλειά τους αυτή. Προσπάθησαν να την σώσουν και το κατάφεραν. Τουλάχιστον γλύτωσαν την ζωή της, όχι όμως το σώμα και το πρόσωπό της. Αυτά έμειναν παραμορφωμένα όπως και η αιμορραγούσα ψυχή της, η οποία βυθίστηκε στο σκοτάδι όπως βυθίζεται ο σκοτεινός ουρανός όταν του λείπει η πανσέληνος…Έκτοτε δεν μίλησε ποτέ, καμία λέξη δεν βρήκε διάδρομο να περάσει από το σκοτεινιασμένο μυαλό της στα σφαλισμένα χείλη της. Έτσι φώλιασε ο χειμώνας στην βασανισμένη ύπαρξή της. Ο χειμώνας και η λήθη βρήκαν πρόσφορο έδαφος και έχτισαν εκεί τον θρόνο τους και την κατέκτησαν ίσως για πάντα.

Η Χαρά λυπόταν τόσο γι’ αυτή την γυναίκα χωρίς όνομα. Τη γυναίκα χωρίς φωνή. Την ένιωθε δικό της άνθρωπο, όχι ότι το ίδιο δεν ίσχυε με τους υπόλοιπους ασθενείς της, αλλά με την συγκεκριμένη υπήρχε ένα περίεργο δέσιμο. Κάτι που και η ίδια δεν μπορούσε να εξηγήσει.

Κατέβηκε στον κήπο του ιδρύματος και την πλησίασε , για πολλοστή φορά η γυναίκα κοιτούσε την ανοιχτή σελίδα του βιβλίου της και τα δάκρυα έτρεχαν καυτά από τα μάτια της. Η Χαρά κάθισε κοντά της κι αμέσως εκείνη έκλεισε το βιβλίο και -όπως ήταν σύνηθες- σταμάτησε να κλαίει. Σήκωσε τα μάτια και κοίταξε την Χαρά με ένα βλέμμα που φανέρωνε λατρεία.

«Τι κάνουμε σήμερα; Είμαστε καλύτερα;», τη ρώτησε η Χαρά.. Η γυναίκα αναστέναξε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Ένα δάκρυ φάνηκε στην άκρη των ματιών της και η Χαρά πρόλαβε να το σκουπίσει με τα δάχτυλά της πριν πάρει τον δρόμο που είχαν χαράξει στα μάγουλά της εκατοντάδες άλλα πριν από αυτό. Η γυναίκα άρπαξε το χέρι της Χαράς και το φίλησε, κρατώντας σφιχτά το βιβλίο στο στήθος της.

«Μην ανησυχείτε, όλα θα πάνε καλά. Να είστε σίγουρη, σας το εγγυώμαι!»

Η γυναίκα χαμογέλασε και κούνησε για άλλη μια φορά το κεφάλι.

«Πρέπει να πάω να δω τους υπόλοιπους ασθενείς. Θα τα ξαναπούμε πριν την κατάκλιση.. Θα σας πω μια ιστορία για καληνύχτα.. Φεύγω προς το παρόν.» της είπε και προχώρησε προς το γραφείο της.

«Μα τι περίεργη γυναίκα» σκέφτηκε καθώς άνοιγε τους φακέλους με το ιστορικό των ασθενών της.

Το τηλέφωνο χτύπησε και την έκανε να βγει από τις σκέψεις της. Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ήταν ο πατέρας της.

«Χαρά μου, τι ώρα θα έρθεις σήμερα; Έχεις ήδη αργήσει πολύ . Συμβαίνει κάτι; ανησυχώ..»

«Όχι πατέρα, μην ανησυχείς. Έχω εφημερία, το ξέχασες;»

«Έχεις δίκιο, το ξέχασα. Οπότε, να μη σε περιμένω.»

«Ναι πατέρα, φάε κάτι και κοιμήσου να ξεκουραστείς, Θα τα πούμε το πρωί. Ξέχασα, Θυμάσαι που σου έλεγα για εκείνη την παράξενη ασθενή;»

«Ναι , φυσικά θυμάμαι. Μιλάς για εκείνη που την έκαψε ο άνδρας της ζωντανή, εκείνη με το βιβλίο..» της απάντησε ο Δημήτρης.

«Ναι, αυτή. Σήμερα καθώς της μιλούσα ανταποκρίθηκε για πρώτη φορά! Της υποσχέθηκα το βράδυ να περάσω να την δω πριν την κατάκλιση και να της πω την ιστορία μας..»

«Την ιστορία μας;» απάντησε ο πατέρας έκπληκτος.

«Ναι, αυτή με την μαμά ..που μας άφησε όταν ήμουν μικρό παιδί και δεν την ξαναείδα ποτέ.».

«Χαρά», την διέκοψε ο πατέρας, «αυτά είναι προσωπικά θέματα και δεν αφορούν κανέναν, πόσο μάλλον τους ασθενείς σου!!! Δεν καταλαβαίνω τι σε έπιασε!»

«Πατέρα, έτσι θα την βοηθήσω. Ίσως της κάνει καλό να μάθει ότι όλοι οι άνθρωποι ακόμη και αυτοί που φαίνονται υποτίθεται ανώτεροι , έχουν περάσει κάποιο δράμα στη ζωή τους.. Έχουν πληγές που δύσκολα επουλώνονται. Πιστεύω πως αν εγώ σαν θεράπων γιατρός της αποδείξω πως θα μπορούσα άνετα να είμαι στην θέση της, ίσως την βοηθούσα να επανέλθει! Είναι μια μέθοδος που, αν το δεις επιστημονικά, βοηθά πολύ».

«Τι να σου πω κορίτσι μου.. αν θεωρείς ότι με αυτό θα βοηθήσεις έναν άρρωστο άνθρωπο, κάντο.. Εσύ ξέρεις καλύτερα!» της απάντησε ο Δημήτρης.

"Μην ανησυχείς πατέρα" απάντησε η Χαρά, "ξέρω πολύ καλά τι κάνω!"

Δεν ήξερε όμως πως η τελευταία πράξη του δράματος της ζωής της θα παιζόταν εκείνο το βράδυ..

Την ώρα της κατάκλισης, κι ενώ είχε τελειώσει το επισκεπτήριο, πήγε στο δωμάτιο της γυναίκας. Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της κρατώντας το βιβλίο σφιχτά στο στήθος της. Κάθισε δίπλα της. Εκείνη την κοίταξε με το γνωστό βλέμμα.

«Σας υποσχέθηκα μια ιστορία, ήρθα να σας μιλήσω για μένα , για την δική μου ιστορία.» της είπε η Χαρά, «Αυτή που με σημάδεψε από μικρό παιδί και την ξαναζώ καθημερινά. Πέρασαν 25 χρόνια κι όμως είναι σαν να έγινε εχθές, ακόμα νιώθω έντονα τα σημάδια από τις πληγές που μου άφησε. Πολλές φορές με πονάνε τόσο, που θέλω να ουρλιάξω! Βλέπετε οι πληγές της ψυχής είναι πιο επώδυνες από της σάρκας. Δεν επουλώνονται ποτέ, όσα χρόνια και αν περάσουν! Πριν από είκοσι πέντε χρόνια λοιπόν, ..» η γυναίκα σήκωσε το χέρι και της έκλεισε το στόμα. Η Χαρά ξαφνιάστηκε.

«Μη μιλάς!» , της είπε η γυναίκα ξαφνιάζοντας της τόσο, που η Χαρά άνοιξε διάπλατα τα μάτια της.

«Μιλάτε;;;» της είπε η Χαρά τόσο ξαφνιασμένη σαν να είχε μόλις ακούσει το πιο εξωπραγματικό γεγονός.

«Μιλάει η ψυχή Χαρά μου», της απάντησε εκείνη και συνέχισε:

«Είχα κάνει ένα λάθος κάποτε. Πήρα το δρόμο της φυγής, ξέροντας ότι δεν θα επέστρεφα ποτέ. Νόμιζα τότε πως η ευτυχία που μου χρωστούσε η ζωή βρισκόταν κάπου αλλού κι όχι εκεί που ζούσα. Λάθεψα στην κρίση μου. Μια υπόσχεση κι ένα πάθος, θόλωσαν το μυαλό μου κι έτσι αποφάσισα να αφήσω ότι πιο όμορφο είχα στη ζωή μου και να ακολουθήσω τις σειρήνες που με μάγεψαν. Μάζεψα σε μια βαλίτσα όνειρα, ελπίδες, τα θέλω κι έφυγα μέσα στη νύχτα λαχταρώντας μια καινούργια αρχή. Άφησα ένα γράμμα πίσω μου, δύο λέξεις, γιατί έτσι πίστευα πως όφειλα να κάνω. Έτσι αντιμετώπισα τους ανθρώπους που διέγραψα από τη ζωή μου, χωρίς να ξέρω ότι διέγραφα την ζωή μου την ίδια! Ήξερα πως ο δρόμος που είχα αποφασίσει να περπατήσω δεν θα είχε επιστροφή. Έπρεπε να επιλέξω.. κι επέλεξα την Φυγή! Κοίταξέ με! Δες τα σημάδια στο πρόσωπο στο σώμα στην ψυχή. Έτσι πλήρωσα την επιλογή μου, έτσι μου άξιζε!»

Η γυναίκα άνοιξε το βιβλίο κι έβγαλε από την γνωστή σελίδα μια φωτογραφία. «Κοίταξέ την !» πρότεινε στη Χαρά δείχνοντάς της παράλληλα την φωτογραφία «Είναι η κόρη μου, στα πέμπτα της γενέθλια. Είναι ότι πιο όμορφο δημιούργησα, το δώρο του Θεού που όμως εγώ προτίμησα να εγκαταλείψω!»

Η Χαρά έμεινε άναυδη να κοιτάζει το πρόσωπο στη φωτογραφία. «Αυτό το χαριτωμένο κοριτσάκι που έσβηνε τα κεράκια στην τούρτα κάπου το είχε ξαναδεί.» σκέφτηκε με έκπληξη. «Μα, ναι! Ήταν η ίδια την ημέρα των γενεθλίων της!»

« Μα πως.. πως βρέθηκε η φωτογραφία μου στα χέρια σου; Ποια είσαι;;» ρώτησε με ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη.

«Είμαι αυτή που σε διέγραψε πριν από 25 χρόνια.» της απάντησε η γυναίκα, «Είμαι αυτή που αποφάσισε για σένα χωρίς εσένα. Είμαι αυτή που έκανε τις επιλογές της, τις έζησε όπως πίστευε ότι ήθελε και τις πλήρωσε όπως ακριβώς της άξιζε! Βλέπεις τις πληγές μου;; Ναι, το πλήρωσα ακριβά!!»

Η Χαρά προσπάθησε κάτι να πει, αλλά η έκπληξή της ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Οι σκέψεις μπλόκαραν στο μυαλό της , προσπάθησε να τις εκφράσει με λόγια αλλά ήταν αδύνατο.!! Το σοκ των αποκαλύψεων ήταν πολύ μεγαλύτερο από την δύναμη της έκφρασης.

«Ευχαριστώ το Θεό όμως για όλα» συνέχισε η γυναίκα, «για τις πληγές μου, για τα σημάδια στο σώμα και στην ψυχή.. για όλα!! Μα πάνω από όλα τον ευχαριστώ που με κράτησε ζωντανή κι ας μη μου άξιζε!» και συμπλήρωσε κοιτώντας την στα μάτια

«… ίσως για να μπορώ μετά από όλα αυτά και μετά από τόσα χρόνια να αντικρίζω το πρόσωπο σου….παιδί μου!»

Σάββατο, 03 Οκτωβρίου 2009

"ΠΟΙΑ ΕΙΣΑΙ ΜΩΡΗ;;"

Καθόταν αναπαυτικά στο γραφείο της, ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Εψαχνε στο ζαλισμένο της μυαλό να βρει θέματα ή μάλλον να βάλει κάποια θέματα σε τάξη, διότι θέματα είχε μονίμως στο μυαλό της και πολλά είναι η αλήθεια. Θέματα που αφορούσαν την καθημερινότητά της, την ζωή της, τους στόχους της, τις ανάγκες και τα προβλήματά της, του δικούς της ανθρώπους, τα δικά τους προβλήματα, τις δικές τους ανάγκες και πάει λέγοντας..

Χαζεύοντας λοιπόν στο γνωστό "επαναστατικό μετερίζι", όπως είχε ονομάσει αστειευόμενη το facebook, έλαβε ένα μήνυμα που την βρήκε εξ' απροόπτου:

"ποιά είσαι μωρή; έχεις blog;"

H πρώτη της αντίδραση ήταν να γουρλώσει τα μάτια. Όχι από την ερώτηση, αλλά από το "κοσμητικό" που την στόλιζε. Η επόμενη ήταν να ρωτήσει ποιός ενοχλείται από το ότι έχει μπλογκ. Δεν περίμενε απάντηση βέβαια, η ερώτηση από μόνη της και ειδικά με τον τρόπο που έγινε της έδειξε περίτρανα ότι δεν άξιζε να μπει καν στη διαδικασία συζήτησης. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει κάτι τέτοιο γιατί στο δικό της μυαλό η έννοια της συζήτησης και του διαλόγου περιλαμβάνει τον σεβασμό της προσωπικότητας του συνομιλητή καθώς και την ευγένεια. Τουλάχιστον για την έναρξη ενός διαλόγου αυτά τα θεωρούσε δεδομένα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως το φρούτο ήταν σάπιο πριν πέσει από το δέντρο, οπότε δεν άξιζε τον κόπο να δοκιμάσει την γεύση του.

Το θέμα που προέκυψε όμως στο μυαλό της δεν ήταν αυτό. Δεν ήταν η συμπεριφορά, δεν ήταν το λεξιλόγιο ή η έλλειψη σεβασμού. Όταν πρόκειται για ανθρώπους που δεν γνώριζε κι ούτε την ενδιέφερε να γνωρίσει, αυτά δεν την άγγιζαν. Τα προσπερνούσε σαν να μην συνέβησαν ποτέ. Το μυαλό της όμως κόλλησε στη φράση αυτή..

"Ποιά είσαι;"

Έμεινε να κοιτάζει την οθόνη του υπολογιστή και να αναρωτιέται.

Αλήθεια, ποιά ήταν;.. Μήπως μία "ταλαίπωρη" η οποία έχει μαζέψει πολλά μέσα της που έχουν συσσωρευτεί και την πνίγουν; Μια που προσπαθεί να βγάλει τα εσώψυχά της μέσω διαδυκτίου , να κάνει την ψυχανάλυσή της δωρεάν και με πρόσχημα το συγγραφικό της μεράκι να κάνει εδώ αυτό που θα έκανε ξαπλωμένη σε μια αναπαυτική πολυθρόνα ψυχολόγου ανοίγοντας την ψυχή της και βγάζοντας τα απωθημένα της; Μήπως ήταν απλά ένα ψώνιο που αρέσκεται στο να γράφει ότι του κατέβει και έτσι, προσελκύοντας αναγνώστες, να βρίσκει διέξοδο στο όποιο αδιέξοδό του; Μηπως ήταν ένας μοναχικός-κομπλεξικός-ανασφαλής άνθρωπος που καλυμμένος πίσω από μια ψυχρή οθόνη καυχιέται, εξυψώνεται, εκθειάζεται, αποθεώνεται, παραμυθιάζεται και στο τέλος καταρρακώνεται; Μήπως ήταν όλα αυτά μαζί ή το απόλυτο τίποτά τους;

Mα ακόμα κι έτσι να ήταν αναρωτιόταν πως αν ένιωθε την ανάγκη εκφραστεί με αυτό τον τρόπο, αυτό σήμαινε ότι είχε πρόβλημα; Αν μπορoύσε να το κάνει κι αν το έκανε καλά, αυτό αυτομάτως την καθιστούσε υποκρίτρια ή ψώνιο;

Πολλές φορές δεν αναρωτιόμαστε όλοι γιατί κάνουμε αυτό που κάνουμε; Mας εκφράζει ναι, αλλά γιατί; Μήπως το θεωρούμε μέσο προς την όποια "λύτρωση"; Mήπως στήνουμε παγίδες για να μαζέψουμε θηράματα ή μήπως παγιδεύουμε απλά τον εαυτό μας; Μήπως το όλο ζήτημα είναι το πως μας χαρακτηρίζουν οι άλλοι, τι εισπράττουν από εμάς και αυτά που γράφουμε; Έχουν κάτι να πουν τα γραπτά μας ή απλά περνάνε αδιάφορα και επαναλαμβανόμενα, μιά από τα ίδια κοινώς..κι αν μπούμε στη διαδικασία του να έχουν τα γραπτά μας απήχηση στο "κοινό" ή να έχουμε γενικώς "κοινό" μήπως έτσι γινόμαστε αλαζόνες και ματαιόδοξοι σαν αυτούς που καυτηριάζουμε κάποιοι στα κείμενά μας και καταλήγουμε πρωταγωνιστές των ίδιων των αρνητικών σχολιασμών μας; Mήπως η έννοια της ερώτησης ήταν "ποιά νομίζεις ότι είσαι;" ...Μήπως τελικά, νομίζω ότι κάποια είμαι;;;;

Μα, ότι κι αν είμαι ή ότι κι αν νομίζω ότι είμαι, είμαι εγώ. Ένας μοναδικός άνθρωπος όπώς ο καθενας μας είναι μοναδικός. Ένας άνθρωπος που εκφράζεται και ανασαίνει με αυτό τον τρόπο έκφρασης. Είναι τόσο απλό! Γιατί θα έπρεπε να είναι ζήτημα για κάποιους ή μεμπτό για κάποιους άλλους; Mήπως τελικά το ερώτημα θα έπρεπε να αντιστραφεί; " Εσύ, ποιός νομίζεις ότι είσαι ρε;"....

Κάνε λοιπόν αυτό που σε ευχαριστεί εαυτέ μου, γράφε! Ναι! ΓΡΑΦΕ!

Γράφε σαν να καταποντίζεσαι, σαν να μην υπάρχει αύριο, σαν να μην υπάρχει μέλλον, γράφε σαν να μην είσαι εσύ, σαν να ζείς κάποιου άλλου τη ζωή. Γράφε σαν να βρίσκεσαι σε αλλη διάστσαση, σαν να είσαι άυλη. Το μυαλό σου μπορεί να σε ταξιδέψει εκεί που το σώμα σου δεν θα τολμούσε να πάει ποτέ! Εκεί που το φθαρτό δεν αντέχει, εκεί που η ύλη αποσυντίθεται. Εκεί που μόνο ο νους και τα όνειρα μπορούν να ζήσουν , να περπατήσουν να πάρουν σάρκα και οστά να γίνουν ότι φοβάσαι, πονάς , ποθείς, αγαπάς αλλά και μισείς ταυτόχρονα.

Όποιος κι αν είναι ο λόγος, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, όποιο κι αν είναι το κόστος, εσύ θα ξέρεις ότι αυτό που κάνεις είναι αυτό που αγαπάς! Εξάλλου, όταν αγαπάμε κάτι δεν μπορούμε παρά να το έχουμε ιδανικό.

..και ξέρουμε καλά, πως ένα ιδανικό δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο από το να είναι ξεχωριστό!




Η φράση "γράφε σα να καταποντίζεσαι" είναι λατρεμένη. Την δανείστηκα από τον Κωνσταντίνο Κόλλιο(Κανάλι Έκφρασης)και τον ευχαριστώ που με "έβαλε" στην διαδικασία να "ζηλέψω" κάτι αγαπημένο.